Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Η περιτομή του Ιησού Χριστού



Ευαγγελικό Ανάγνωσμα: Λουκ. β΄20-21, 40-52
Οκτώ μέρες μετά τη γέννηση του Χριστού, την πρώτη του πρώτου μηνός, η Εκκλησία μας γιορτάζει την περιτομή του Χριστού. Μια εβραϊκή τελετουργική διάταξη, την οποία εκπλήρωσε ο Ιησούς, όπως όλοι οι Ισραηλίτες, αλλά η οποία καταργήθηκε με το κήρυγμα του ευαγγελίου, τι νόημα έχει πράγματι να την γιορτάζει η ορθόδοξη καθολική Εκκλησία; Είναι ένα ερώτημα, όπου αυθόρμητα γεννιέται λίγο – πολύ σε όλους μας – όσοι δεν έχουμε τη βαθειά γνώση των ιερών πραγμάτων.    
Βέβαια, υπάρχει η απλή απάντηση, που μπορούμε αμέσως να σκεφτούμε. Με τη γιορτή τιμούμε, ένα γεγονός της ζωής του Χριστού, σημαντικό κατά το ότι ανήκει στη θρησκευτική του πολιτεία και κατά το ότι σημαίνει την ώρα της ονομασίας του, τότε πήρε το όνομα Ιησούς και επαληθεύτηκε η προφητεία του αγγέλου ότι ο γιος, που θα γεννήσει η Μαρία θα ονομαστεί έτσι. Όταν αγαπούμε ένα πρόσωπο – πολύ περισσότερο – όταν λατρεύουμε τον Θεό, η κάθε στιγμή της ιστορίας του εύλογα γίνεται αντικείμενο προσοχής και αφορμή ευφροσύνης. Στην Εκκλησία μας, όμως, το κάθε γεγονός του Θεού μεταποιείται σε γεγονός του ανθρώπου κι η κάθε γιορταστική πράξη μεταφέρει τον άνθρωπο στη θεϊκή πράξη. Στη γιορτή της Περιτομής πως μπορεί να νοηθεί αυτό;

Οι θεοφώτιστοι πατέρες μας διαπιστώνουν ένα σπουδαίο μήνυμα, το μήνυμα της υπακοής. Ο Χριστός περιτέμνεται, υφίσταται δηλαδή ένα ταπεινωτικό πάθημα, επώδυνο και αποκρουστικό, όπως είναι η περιτομή, για να υπακούσει στο νόμο, για να δηλώσει υποταγή στο θέλημα του Θεού, έστω κι αν  ο Υιός του Θεού, δεν χρειάζεται ούτε το πάθημα να υποστεί ούτε την υποταγή να δηλώσει. Κι εμείς, οι Χριστιανοί του, μαθαίνουμε ότι έχουμε χρέος να υπακούμε στο νόμο του Θεού, όχι κατά τη λογική μας αλλά κατά την εντολή του, ακόμη κι αν φαίνεται παράδοξη στον κόσμο μας και στις συνήθειες μας. Ο Κύριος μας υπακούοντας κατά πάντα ως άνθρωπος δικαιωματικά μπορούσε να καταργήσει τα του νόμου, και οι πιστοί του μιμούμενοι την υπακοή του χαρισματικά μπορούμε να ελευθερωθούμε από την αμαρτία. Έτσι ψάλλει ο υμνωδός, «Ουκ επησχύνθη ο πανάγαθος Θεός, της σαρκός την περιτομήν αποτμηθήναι, αλλ’ έδωκεν εαυτόν, τύπον και υπογραμμόν, πάσι προς σωτηρίαν « (ιδιόμελο του Εσπερινού).
Εν τούτοις,  η ίδια η ιστορία του γεγονότος της περιτομής, όταν θεωρηθεί κατά το πνεύμα της, αποκαλύπτει μια υψηλή πνευματική απάντηση στο ερώτημα μας, γιατί γιορτάζουμε την Περιτομή. Με την τελετουργία αυτή όρισε ο Θεός στον Αβραάμ κατά τη διαθήκη και τη συμφωνία, που συνήψε μαζί του, έβαλε ένα ορατό και ανεξάλειπτο σημάδι πάνω στο ίδιο το σώμα των πιστών του, για να τους θυμίζει διαρκώς τη σχέση τους με τον Κύριό τους. Όπως εκείνος, που θέλει να ασφαλίσει την περιουσία του βάζει την προσωπική του σφραγίδα, ένα δικό του σημάδι πάνω σε όσα του ανήκουν, έτσι ο Θεός σημάδεψε τον περιούσιο λαό του με την περιτομή, για να δείξει σ’ αυτόν και στους άλλους λαούς ότι είναι ιδιοκτησία του. Φανερώνει, λοιπόν, η περιτομή παρουσία Θεού, δηλώνει υπακοή του ανθρώπου και προϋποθέτει πίστη, σύνδεσμο απόλυτης εμπιστοσύνης μεταξύ Κυρίου και πιστού. Αυτές οι άγιες έννοιες δεν ήταν δυνατόν να καταργηθούν με την κατάργηση του τύπου.
Η εβραϊκή περιτομή έπαυσε να ισχύει για την Εκκλησία του Χριστού. Από τη στιγμή, που περιετμήθη ο Χριστός, όλοι οι Χριστιανοί, που είμαστε μέλη Του είμαστε πλέον περιτμημένοι εν τω ονόματι Του και η περιτομή ως σημάδι πάνω στη σάρκα μας δεν μας χρειάζεται. Μας χρειάζεται, όμως η αχειροποίητη περιτομή, ως συνείδηση και ως βίωμα μέσα στην καρδιά μας, ως γεγονός μέσα στο είναι μας. Μας χρειάζεται μια νοοτροπία, που θα κόβει και θα διώχνει μακριά μας το θέλημα του κόσμου και θα κρατά ζωντανό στη ζωή μας το θέλημα του Θεού. Αυτή την αχειροποίητη περιτομή την παίρνουμε με τα μυστήρια του βαπτίσματος και του χρίσματος και την ανανεώνουμε με το μυστήριο της μετάνοιας και της εξομολογήσεως. Σ’ αυτά τα μυστήρια ο καθένας μας κάνει μια συμφωνία με το Θεό, συνάπτει μια διαθήκη, δηλώνει δούλος του Κυρίου και ο Κύριος τον σφραγίζει με τη χάρη του, για να είναι δικός του, ομολογεί υποταγή και δέχεται υιοθεσία, αποτάσσεται τον σατανά και συντάσσεται με τον Χριστό.
Ζούμε, λοιπόν, και σήμερα, μέσα στην Εκκλησία την περιτομή μας γιορτάζοντας την περιτομή του Χριστού. Ανανεώνουμε την απόφαση μας να ανήκουμε στον Κύριο και να τηρούμε τους όρους της σχέσεως μας μαζί του. Η συναίσθηση ότι είμαστε κτήμα Του και περιουσία Του μας βοηθά να κρατούμε καθαρό τον εαυτό μας από τα αντίθετα και αντίχριστα μιάσματα. Η πεποίθηση ότι είμαστε εκούσιοι δούλοι Του μας σπρώχνει να κάνουμε αβίαστα το θέλημά Του. Έτσι νιώθουμε ότι μας αναγνωρίζει και εκείνος για δικούς Του και βιώνουμε την προστασία και την παρηγοριά Του κάθε στιγμή. Αλλά έτσι μας γνωρίζει και ο κόσμος για δούλους Χριστού, για παιδιά του Θεού και της Εκκλησίας και μας ξεχωρίζει. Χωρίς να έχουμε πάνω μας το σημάδι της εβραϊκής περιτομής, σημαδευόμαστε από την περιτομή των παθών, από την αποκοπή των κακών, από την εκκοπή του φίλαυτου και εγωιστικού μας θελήματος. Κι αν δεν γίνεται αυτό ποτέ στην εντέλεια για την ανθρώπινη αδυναμία μας, ευλογείται, όμως πάντοτε η διάθεση και η προσπάθεια μας από τη θεία χάρη.
Μια πολύ ωραία παράσταση του περιτμημένου Χριστιανού μπορούμε να διακρίνουμε σε ένα λόγο του αποστόλου Παύλου, που γράφει προς τον Τιμόθεο μιλώντας για εκείνους, που θέλουν να ανήκουν στο Κύριο και δεν παρασύρονται από πλάνες διδασκαλίες. Ο πιστός παρομοιάζετε σαν ένα ασάλευτο αγκωνάρι, που έχει γραμμένο στη μια πλευρά του τον αφορισμό. «Γνωρίζει πολύ καλά ο Κύριος τους δικούς του» και στην άλλη πλευρά την προτροπή, «Μακριά από την αδικία όποιος αναγνωρίζει τον Κύριο»! Είναι ακριβώς οι δυο όψεις του γεγονότος της Περιτομής, που απηχούν και το νόημα της, να είμαστε  του Θεού και να είναι ο Θεός δικός μας!  Αποτελεί ίσως την καλλίτερη ευχή και την καταλληλότερη προσευχή για την καινούργια χρονιά, που έκανε και πάλι την αρχή της, με τη γιορτή της Περιτομής.
Γιώργος Σαββίδης – Μητρόπολη Πάφου

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Ἡ ἁπλότητα τοῦ Σπηλαίου

     
Μαστρογιαννόπουλος Ἠλίας (Ἀρχιμανδρίτης)




Οὐσία τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ συγκατάβασις τῆς θείας ἀγάπης, ἡ θυσία τοῦ Θεοῦ, ὁ πλοῦτος τῆς συγκαταβάσεως τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά µᾶς.

Θεὸς δὲν σηµαίνει κυβερνήτης ποὺ κάθεται ψηλὰ στὰ σύννεφα ἀδιάφορος, ὅπως τὸν εἰκόνιζαν µερικοὶ ἀρχαῖοι λαοί, ἀλλὰ σηµαίνει Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔρχεται γιά µᾶς, ἔρχεται κοντὰ στὸ πλάσµα Του, γιὰ νὰ τὸ ἁρπάξει στὴν ἀγκαλιά Του, νὰ τὸ πάρει στοὺς ὤµους Του, νὰ λυτρώσει τὸ ἀπολωλός, νὰ τὸ πάρει κοντά Του, νὰ τὸ βάλει σὲ µιὰ νέα ζωή, νὰ τοῦ φτιάξει µία καινούρια κατάσταση χάριτος, ἀγάπης, ἑνότητος µὲ τὸν Θεό.

Αὐτὸ εἶναι τὸ µεγάλο θέµα καὶ δὲν εἶναι τὰ τόσα ἄλλα µὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολούµεθα. Ἐδῶ εἶναι ἡ οὐσία, ἐδῶ εἶναι τὸ πᾶν. Θεὸς συγκαταβαίνων, ταπεινούµενος, παροικῶν ἐν τῷ Σπηλαίῳ καὶ ἐν τῇ Φάτνῃ, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ µαζί µας, γιὰ νὰ µᾶς ἀνεβάσει σὲ κάτι καλύτερο. Τὸ τονίζουµε αὐτὸ καὶ σήµερα, ἐπειδὴ µᾶς τὸ τόνισαν τὸ Εὐαγγέλιό µας καὶ ἡ Ὑµνολογία µας, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ Εὐγγέλιο, δηλαδὴ τὸ ἄγγελµα τὸ µοναδικὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, νὰ νοιώσουµε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Εἴµαστε προσκολληµένοι, ἐµεῖς οἱ ἄνθρωποι, καὶ δεµένοι µὲ πολλὰ πράγµατα, µὲ πολλὰ εἴδωλα. Ἔστω κι ἂν λέµε ὅτι δὲν προσκυνοῦµε τὰ εἴδωλα, στὴν πραγµατικότητα πολλοὶ ἀπὸ µᾶς λατρεύουµε µὲ ἀπέραντη ἀφοσοίωση ποικίλα εἴδωλα, τὴν σάρκα µας, τὸ ἐγώ µας, τὸ χρῆµα µας. Ἔχουµε τόσες θρησκεῖες! Ἀλλὰ τὸ ζήτηµα εἶναι ὅτι εἶναι καµουφλαρισµένες, καὶ ὁ πονηρός µᾶς κάνει νὰ µὴ λέµε ὅτι εἴµαστε εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ µᾶς κάνει στὴν πράξη τέτοιους. Λατρεύουµε λοιπὸν τὶς ἀνέσεις, τὶς συµβατικότητες, τὶς µικρότητες, τὴν σχετικοκρατία, τὴν συµφεροντολογία. Αὐτὰ εἶναι τὰ κάστρα, τὰ ὁποῖα ἔχουµε µέσα µας ὀχυρωµένα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοοῦµε νὰ τὰ ἀφήσουµε πολλὲς φορές, παρ’ ὅλο ποὺ στὴν ἐπιφάνεια βάζουµε ἕνα ἐπίχρισµα εὐλαβείας καὶ µιὰ συµβατικότητα θρησκευτικοφανείας.

Ἡ µεγάλη γιορτὴ ἔρχεται νὰ µᾶς πεῖ, µέσα στὴν συγκλονιστικὴ ἁπλότητα τοῦ Σπηλαίου, ὅτι στὴν καινούρια κτίση, στὴν νέα θρησκεία, ποὺ λέγεται Χριστιανισµός, δὲν ἔχουν τόπο οἱ συµβατικότητες, ἡ σχετικοκρατία τῶν τύπων. Γιὰ νὰ µπεῖς στὸ Σπήλαιο, χρειάζεται ἁγνὴ καρδιά. Τὸ µονοπάτι τῆς ἁγνότητος τῆς ψυχῆς καὶ τῶν διαθέσεων, αὐτὸ µᾶς προσεγγίζει πρὸς τὴν Βηθλεέµ. Καὶ µόνο ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ σθένος, τὴ δύναµη, τὴν εἰλικρίνεια νὰ ξεκολλήσουν τὸ ἄτοµό τους ἀπ’ τὰ εἴδωλα, νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν λατρεία τοῦ Ἐγὼ καὶ τοῦ χρήµατος, αὐτοὶ µποροῦν ν’ ἀντικρύσουν τὸ Βρέφος, αὐτοὶ µποροῦν νὰ συλλάβουν τὸ νόηµα τῆς πίστεως καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸ νόηµα τῆς ζωῆς ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, ποὺ βρίσκεται ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Θεοῦ.

Καὶ δὲν µπορεῖ ἡ ζωὴ νὰ κυβερνᾶται ἀπ’ αὐτὰ τὰ τόσο ψεύτικα καὶ ἀµφίβολα εἴδωλα. Ὅπως τὰ µάτια µας εἶναι πλασµένα γιὰ νὰ ἀντικρύζουν τὸ φῶς, τὰ αὐτιά µας νὰ ἀκοῦν τοὺς ἤχους, ἡ µύτη µας γιὰ νὰ εἰσπνέει τὸ ὀξυγόνο, ἔτσι καὶ οἱ ψυχὲς µας εἶναι νὰ νοιώθουν τὸν Θεό. Τὸ νόηµα τῆς ψυχῆς µας δὲν εἶναι ἄλλο, δὲν εἶναι νὰ χορταίνει ἐπίγεια, σχετικὰ καὶ βρωµερὰ πολλάκις ἀγαθά. Ἀλλὰ νὰ µπορεῖ µὲ εἰλικρίνεια νὰ εἰσέρχεται στὴν ἀτµόσφαιρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Νὰ µπορεῖ νὰ ἀναπνέει τὸ µέγα γεγονὸς τῆς θεϊκῆς συγκαταβάσεως, τῆς ἀπόλυτης ἀγάπης, ἡ ὁποία εἶναι θυσία καὶ τὴν ὁποία µᾶς δείχνει σήµερα ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.[…]

Δὲν µπορεῖ ἡ ζωή µας ἐπάνω σ’ αὐτὸν τὸν πλανήτη νὰ βαδίσει ἀληθινά, σὲ µιὰ τροχιὰ πραγµατική, ἐὰν δὲν εἰσέλθει στὴν σφαῖρα αὐτὴ τοῦ µυστηρίου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος σαρκοῦται γιὰ νὰ σταυρωθεῖ µεθαύριον. Τοῦ µυστηρίου, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Βηθλεὲµ καὶ κορυφώνεται στὸν Γολγοθά. Τοῦ µυστηρίου µιᾶς τέτοιας συγκλονιστικῆς θυσίας, ἡ ὁποία εἶναι ξεχείλισµα εἰλικρινοῦς ἀγάπης, εἶναι δόσιµο γιὰ τὸν ἀγαπώµενο, εἶναι προσφορὰ γιὰ τὴν ἐξύψωση τοῦ πλάσµατος.

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Φώτης Κόντογλου: οἱ ἑλληνικές γιορτές καί τά ἁγνά ἔθιμά μας

 

Τα Χριστούγεννα, τα Φώτα, η Πρωτοχρονιά, κι άλλες γιορτές, για πολλούς ανθρώπους δεν είναι καθόλου γιορτές και χαρούμενες μέρες, αλλά μέρες που φέρνουνε θλίψη και δοκιμασία. Δοκιμάζονται οι ψυχές εκείνων που δεν είναι σε θέση να χαρούνε, σε καιρό που οι άλλοι χαίρουνται. Παρεκτός από τους ανθρώπους που είναι πικραμένοι από τις συμφορές της ζωής, τους χαροκαμένους, τους αρρώστους, οι περισσότερο, πικραμένοι, είναι εκείνοι που τους στενεύει η ανάγκη να γίνουνε τούτες τις χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί απ’ αυτούς μπορεί να μη δίνουνε σημασία στη δική τους ευτυχία, μα γίνουνται ζητιάνοι για να δώσουνε τη χαρά στα παιδιά τους και στ’ άλλα πρόσωπα που κρέμουνται απ’ αυτούς. Οι τέτοιοι κρυφοκλαίνε από το παράπονό τους κι’ αυτοί είναι οι πιο μεγάλοι μάρτυρες, που καταπίνουνε την πίκρα τους μέρα νύχτα, σαν το πικροβότανο.

Ίσα-ίσα αυτές τις αγιασμένες μέρες που θα’πρεπε να σμίξουνε πιο κοντά οι άνθρωποι συναμεταξύ τους, «να περιπτυχθώσιν αλλήλους», ίσια ίσια αυτές τις μέρες αποξενώνουνται περισσότερο ο ένας από τον άλλον, χωρίζουνται σε δύο στρατόπεδα ολότελα ξένα τόνα στ’ άλλο, σχεδόν εχθρικά. Από τη μια μεριά είναι οι ευτυχισμένοι οι καλοπερασμένοι, οι καλότυχοι, κι από την άλλη μεριά είναι οι δυστυχισμένοι κι οι παραπεταμένοι. Αναμεσά τους «χάσμα μέγα εστήρικται» κατά τις γιορτές. Κανένα γεφύρι δεν ενώνει τις δυο ακροποταμιές, ενώ τις άλλες μέρες έρχουνται σε περισσότερη συνάφεια. Οι πλούσιοι κι όσοι έχουνε τον τρόπο τους κάνουνε, αλλοίμονο! το παν για να επιδείξουνε τα πλούτη και τα αγαθά τους στους λιμασμένους. Κι’ αυτό γίνεται στ’ όνομα του Χριστού, που γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στο παχνί! Για την γέννηση του φτωχού Χριστού δεν γιορτάζουνε οι φτωχοί σαν και Κείνον, μα γιορτάζουνε οι πλούσιοι, που παίρνουνε για αφορμή την πτώχεια του για να δείξουνε τα πλούτη τους. Μα άραγε, ανάμεσα σε δυστυχισμένους μπορεί να νοιώση κανένας ευτυχισμένον τον εαυτό του;
Μονάχα ένας αναίσθητος μπορεί να νοιώσει τέτοια ευτυχία. Όσο για κείνον που θέλει να επιδείξη στον πεινασμένον και στον στερημένον την ελεεινή του αυτή ευτυχία, αυτός είναι αληθινό κτήνος. Και μ’ όλα ταύτα, υπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, στα χρόνια μας, ένω ήτανε σπάνιοι στα παλαιότερα. Είναι κι’ αυτό ένα από τα ωραία που μας έφερε ο μέγας πολιτισμός από τα μεγάλα κέντρα!
Οι γιορτές οι δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, και γι’ αυτό είχανε κάποιον άλλο χαρακτήρα από τις γιορτές που γιορτάζουνε άλλα έθνη, προπάντων σήμερα, που χωρίς κάποιες αυτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία για το πνεύμα του ανθρώπου. Σ’ αυτές τις ψευτογιορτές ξαμολούνται όλα τα βάρβαρα και εγωιστικά πάθη του ανθρώπου, που κυττάζει μονάχα την ευχαρίστηση της σάρκας. Ενώ οι δικές μας γιορτές, επειδή, όπως είπα, έχουνε τη ρίζα τους στη θρησκεία, ήτανε σεμνές, πνευματικές, ώστε να μη σκανδαλίζουνε τους φτωχούς, όσο είναι μπορετό σε σαρκικούς ανθρώπους. Οι πλούσιοι κι οι νοικοκυραίοι αποφεύγανε να πληγώσουνε τους φτωχότερους, και νοιώθανε την ανάγκη να τους ζεστάνουνε και κείνους, στέλνοντας κρυφά στα σπίτια τους διάφορα δώρα, με τρόπο, ώστε να μη τους ταπεινώσουνε, κι έτσι η διαφορά να φαίνεται όσο μπορούσε λιγότερη.

Έτσι μορφωθήκανε τα έμορφα και αγνά έθιμά μας, με ψαλμωδίες που τις λένε ακόμα τα παιδιά στους δρόμους και στα σπίτια, με καμπάνες, με έμορφα αισθήματα, με σεμνές διασκεδάσεις, με εύχροστη συναναστροφή, που δένουνε μεταξύ τους τους ανθρώπους περισσότερο, παρά που τους χωρίζουνε. Μα ο υλισμός κι ο λύκος της αναισθησίας μολεύει σιγά σιγά αυτές τις καλές γιορτές μας, που πολύ έμορφα τις παρομοιάζανε οι αρχαίοι πρόγονοί μας με σταθμούς για να ξεκουραζόμαστε στον μονότονο δρόμο της ζωής μας, λέγοντας: «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», που θα πη, «Ζωή δίχως γιορτή, είναι σαν τον μακρύ τον δρόμο τον δρόμο που δεν έχει πανδοχείο να ξεκουραστής».
Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τον βαρύ και τον θετικό, τον κύριο που δεν έχει αισθηματολογίες, και λένε πως αυτά είναι αναχρονισμοί κι αδιαφόρετα πράγματα. Αυτοί για μένα είναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ερημιές, δίχως αγάπη, δίχως χαρά, μα δίχως πόνο. Γιατί χαρά και πόνος είναι δεμένα. Οι τέτοιες ψυχές είναι πάντα νεκρά βουνά του φεγγαριού. Ωστόσο, κάτι τέτοιοι «ορθολογιστές» και «θετικισταί», ξετρελλαίνονται για κάποιες ανόητες ξενόφερτες φέστες και για κάτι μοντέρνα γλέντια που ρεζιλεύουνε τον άνθρωπο, φτάνει που γίνονται κατά το κοσμοπολίτικο μοντέλο που βρίσκεται στα «μεγάλα κέντρα του εξωτερικού». Αυτοί δεν θέλουνε τίποτα από τα δικά μας, που τα λένε όλα «βλάχικα, φτωχικά, ανάξια για ανθρώπους που ξέρουνε τον κόσμο». Τίποτα ελληνικό δεν βρίσκει έλεος στα μάτια αυτών των κουφιοκέφαλων, ακατάδεχτων κι όπως πρέπει κυρίων, που χοτροπηδάνε, ωστόσο, σαν τρελλοί, με τα τσέρκια στο λαιμό, φτάνει που ήρθανε απ’ έξω, από κεί «που ξέρει ο κόσμος να απολαμβάνη τη ζωή»! Τι να πούμε κι εμείς οι άλλοι, τα βλαχάκια, τα φτωχαδάκια, που μας νανούριζε η μάνα μας με τα παραπονετικά τραγούδια της στην κούνια μας, και τώρα δακρύζουμε σαν ακούμε τα τροπάρια και τα κάλαντα, που μας ενώνουνε με τους αγαπημένους μας που περάσανε από τον τόπο μας πριν από μας;
Αδέρφια μου. Φυλάξτε τα ελληνικά συνήθεια μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγιελιώσατε με τα ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. Μην κάνετε επιδείξεις.«Ευφρανθήτε εορτάζοντες». Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: «Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθήτε, στην εκκλησίαν τρέξετε, με προθυμίαν μπήτε, ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν, και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε. Δόστε και κανενός φτωχού «όστις να υστερήται». Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση.
Ναι, αδερφοί μου Έλληνες, χαίρετε μαζί με κείνους που χαίρουνται και κλαίτε μαζί με κείνους που κλαίνε, και σ’ αυτή μονάχα θα βρήτε ανακούφιση. Δίνετε στους άλλους απ’ ό,τι έχετε. Το παραπάνω απ’ ότι έχει κανένας ανάγκη, το κλέβει από τον άλλον. «Μακάριον το διδόναι μάλλον, ή λαμβάνειν».
Πολλοί από σας θα’χουνε ίσως περισσότερο από μένα το δικαίωμα να μου πούνε αυτά που λέγω εγώ σε σας. Δεν είμαι «ο ποιήσας και διδάξας», αλλοίμονό μου! Μα για να μη σκανδαλισθή κανένας πως τα λόγια μου είναι ολότελα κούφια, στενεύομαι να πω πως προσπαθώ να μην είμαι ολότελα «ο δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει».
Δεκέμβριος 1958
(Φώτης Κόντογλου, “ ΤΟ ΦΟΒΕΡΟΝ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ”)

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Πολλά Έτη Δέσποτα .....



Σήμερα  18 Δεκέμβριου μνήμη του Αγίου  Σεβαστιανού, άγει τα ονομαστήρια του ο ηγουμενεύων της Ιεράς Μονής Παναγίας Καθαρών Ιθάκης  πανοσ. Αρχιμανδρίτης  π. Σεβαστιανός Μόσχος .
ΠΟΛΛΑ ΕΤΗ   ΜΕ  ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΗ  ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΣΟΥ .

Τα πνευματικά σου τέκνα.

Ο Χριστος μας σωζει. Απο τι;

«…καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21)

ΠΟΣΟ, ἀγαπητοί μου, πόσο γρήγορα φεύγει ὁ χρόνος! Σὲ λίγο θὰ ἑορτάσουμε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ ὀνομάζε­ται Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως.

* * *

Ἡ ἁ­γία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται σήμερα ὡς εὐ­αγγέλιο ἡ ἀρχή, τὸ 1ο κεφάλαιο, τοῦ πρώτου εὐ­αγγελίου, τοῦ κατὰ Ματθαῖον. Εἶνε ἕνας κα­τάλογος τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ. ―Μὰ εἶχε προγόνους ὁ Χριστός;… Ὡς ἄναρχος Θεός, δὲν εἶχε· πατέρα ἔχει τὸν οὐ­ράνιο Πατέρα. Ἀλλ’ ἀφ᾽ ὅτου παρουσιάστηκε ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς ἄνθρωπος τέλει­ος πλὴν τῆς ἁ­μαρτίας, φόρεσε σάρκα ἀπὸ τὰ ἁγνὰ αἵματα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καὶ γεννήθηκε κα­τὰ ὑπερφυσικὸ τρόπο· πατέρα ἐπίγειο δὲν ἔ­χει, μητέρα μόνο ἔχει. Μητέρα του εἶνε ἡ Παν­αγία μας. Γονεῖς πάλι τῆς Παναγίας εἶ­­νε ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα, γονεῖς δὲ τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης εἶνε ἄλλοι, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἔ­τσι σχηματίζεται μεγάλη ἁλυσίδα προγόνων.
Ὁ πρῶτος κρίκος τῆς ἁλυσίδας τῶν προγό­νων τοῦ Χριστοῦ εἶνε μία μεγάλη ἱ­στορικὴ φυ­σιογνωμία, ὁ Ἀβραάμ. Στὸν Ἀβραάμ, ὅπως ἀκούσαμε στὸν ἀπόστολο, δόθηκε ἡ μεγάλη ὑ­πόσχεσι, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του, ἀπ’ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, θὰ γεννηθῇ ὁ Λυτρωτής.
Σύμφωνα μὲ τὸν κατάλογο αὐτόν, ἀπὸ τὸν Ἀ­βραὰμ μέχρι τὸ Δαυῒδ εἶνε 14 γενεές, ἀπ’ τὸ Δαυῒδ μέχρι τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα 14 γενεές, κι ἀπὸ τὴ μετοικεσία στὴ Βαβυλῶνα μέχρι τὴ γέννησι τοῦ Χριστοῦ πάλι 14 γενεές (Ματθ. 1,17). Πενήντα περίπου ὀνόματα, τὰ ὁποῖα σ’ ἐμᾶς δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Εἶνε ἑβραϊκὰ καὶ φαίνεται κουραστικὸ ν᾽ ἀκοῦμε «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», «ἐγέννησε…», ὥσπου κατεβαίνοντας τὴν κλίμακα τῶν προγόνων νὰ φτάσῃ στὴν Παρθένο Μαρία, ἀπὸ τὴν ὁ­ποία γεννήθηκε ὁ Χριστός.
Τὰ ὀνόματα ὅμως αὐτά, ποὺ ἐμεῖς τώρα τ’ ἀ­­­κοῦμε ἀδιάφορα, στὴν ἐποχή τους δημιουργοῦσαν μεγάλη ἐντύπωσι. Ἀ­π’ αὐτοὺς ἄλλοι ἦ­ταν στρατηγοί, ἄλλοι κυβερ­νῆτες, ἄλλοι προ­φῆ­τες, ἄλλοι πατριάρχες, ἄλ­λοι βασιλεῖς, ἄλ­λοι πλούσιοι, ἄλλοι σοφοί, ὅ­πως ὁ Σολομῶν, ὁ Δαυῒδ κ.ἄ.. Τώρα δὲν κάνουν ἐντύπωσι. Τί διδάσκει αὐτό; Ὅπως αὐτὰ τὰ ὀνόματα λησμονήθηκαν, ἔτσι καὶ ὅσοι σήμερα ἐντυπω­σιάζουν καὶ ἀκούγονται καὶ προβάλλον­ται, ὕστερα ἀπὸ 50 – 100 χρόνια ποιός θὰ τοὺς θυμᾶται; Κάπου σὲ κάποια σελίδα τῆς Ἱστορί­ας, μὲ ψι­λὰ γράμμα­τα, θά ’νε γραμμένο ὅτι πέρασαν ἀπ’ τὴ γῆ. Σβήνουν ὅπως τὰ πυροτεχνήμα­τα καὶ οἱ πυγο­λαμπίδες. Τὸ συμπέρασμα· «Μα­ταιότης μαται­­οτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μη­δὲν τὰ πλούτη, τ᾽ ἀξιώματα, μηδὲν ὅλα. Ἕνα μόνο μένει· νὰ ἐκτελῇ κανεὶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ὀνόματα τῆς ἰσρα­ηλιτικῆς καὶ τῆς παγκοσμίου ἱστορίας καὶ τῆς συγχρόνου ζωῆς βυθίζονται στὴν ἄβυσσο τοῦ χρόνου, ἕ­να ὄνομα μένει πάντοτε στὴν ἐπικαιρότητα, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων. Ποιό; Εἶνε ἐκεῖνο ποὺ δόθηκε στὸ Θεῖο βρέφος. Ἄγγελος κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ Κυρίου εἶπε στὸν Ἰωσὴφ τὸν προ­στάτη τῆς Παναγίας· «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. 1,21). Τί σημαίνει τὸ ὄ­νο­μα Ἰησοῦς; Δὲν εἶνε ἑλληνικό, εἶνε ἑβραϊκό, καὶ μεταφραζόμενο στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει «Σωτήρ». Τὸ παιδὶ δηλαδὴ ποὺ θὰ γεννηθῇ εἶνε ὁ Σωτήρ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξουμε τὸ ὄνομα αὐτό, «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9). Γιατί ὠνομάστηκε ὁ Χριστὸς «Σωτήρ»; Πρέπει νὰ δώσουμε μία ἐξήγησι.

* * *

Ἐδῶ στὴ γῆ, ποὺ ζοῦμε ἀφ᾽ ὅτου ὁ ἄν­θρωπος διώχθηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο, σὲ ὁποιοδήποτε μέρος, ὁ ἄνθρωπος μαστίζεται ἀπὸ ποικιλία δυστυχι­ῶν, ποὺ εἶνε συνέπειες τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ του βί­ου. Πεῖνα, δίψα, ἔλλειψι ἐν­δύματος καὶ στέγης, ἀσθένειες… Αὐτὰ εἶνε δεινά, τὰ κακά, ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐξαλείψῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχουν κι ἄλλα. Εἶνε τὰ φυσικὰ κακά. Τέτοια κακὰ εἶνε ὁ σεισμός, ἡ ἀνομβρία, ἡ πλημμύρα, ἡ πυρκαϊά, οἱ ἐπιδημίες, οἱ ἀθερά­πευτες ἀσθένειες ὅπως ὁ καρκίνος, καὶ τέλος ὁ θάνατος. Ὅλα αὐτὰ εἶνε φοβερὰ κακά.
Μὰ δὲ σᾶς εἶπα ἀκόμα τίποτα. Ὑπάρχει κάτι σοβαρώτερο – ὁ Θεὸς ἂς φωτίσῃ νὰ τὸ καταλάβουμε. Τὸ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἕνα κακό, ποὺ ἀ­ποτελεῖ τὴ ῥίζα ὅλου τοῦ κακοῦ, ὅλης τῆς ἀ­θλιότητός μας ―καὶ δυστυχῶς δὲν τοῦ δίνου­με τὴ σημασία ποὺ πρέπει―, στὴ γλῶσσα τῆς ἁ­­γίας Γραφῆς λέγεται ἁμαρτία. Ἀπὸ ᾽κεῖ προ­έρχονται ὅλα τὰ κακά· αἰτία εἶνε ἡ ἁμαρτία. Φρίττουμε ὅταν ἀκοῦμε καρκίνο· ἡ ἁμαρτία ὅ­­­­μως δὲ μᾶς προκαλεῖ φρίκη. Παίζουμε μαζί της, ὅπως τὰ παιδιὰ τὴν πρωτοχρονιὰ μὲ τὰ ἁ­γιοβασιλειάτικα παιχνίδια. Δὲν τὴ θεωροῦμε τί­ποτα, ἐν τούτοις αὐτὴ μαστίζει τὴν ἀνθρωπό­­τητα. Εἴτε ὡς μοιχεία καὶ πορνεία καὶ ἀσέλγεια, εἴτε ὡς λαιμαργία καὶ γαστριμαργία, εἴτε ὡς ζή­λεια καὶ φθόνος, εἴτε ὡς θυμὸς καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἀ­γανάκτησις, εἴτε ὡς κακία καὶ μῖσος καὶ ἐκδίκη­σις καὶ φόνος, ἡ ἁμαρτία, αὐτή εἶνε ἡ πηγὴ ὅ­­λης τῆς ἀθλιότητος. Ἂν μποροῦσε μ’ ἕνα θαῦ­­μα νὰ ξερριζωθῇ, ἡ γῆ θὰ γινόταν παράδεισος.
Ποιός θὰ μᾶς σώσῃ; Κι ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε, καὶ οἱ πέτρες θὰ φωνάξουν· Ἕνας μόνο σῴ­ζει! Ἀνοίγοντας βέβαια τὴν ἱστορία μπορεῖ κάποιος νὰ μετρή­σῃ 155 πρόσωπα, ποὺ οἱ λαοί, γιὰ μικρὲς ὑπηρεσίες ποὺ αὐτοὶ προσέφεραν, τοὺς ὠνόμασαν «σωτῆρες». Μικροὶ σωτῆ­ρες αὐτοί. Σωτήρας εἶνε ἕνας· ὁ Χριστός.

* * *

Ἂν κάποιος σοῦ κάνῃ ἕνα καλό, τὸ θυμᾶ­σαι, τὸν θεωρεῖς εὐ­εργέτη. Στὸ γιατρὸ λ.χ. ποὺ σὲ θεράπευσε ἐκ­φράζεις εὐ­γνωμοσύνη. Παραπάνω ὅμως ἀπ᾽ ὅλους τοὺς εὐεργέτες εἶνε ὁ Χριστός, διότι μᾶς σῴ­ζει ἀπ’ τὸ χειρότερο κακό, τὴν ἁμαρτία. Σῴζει μὲ τὴν Ἐκκλησία του.
Εἶνε ὁ ἀληθινὸς Σωτήρας. Τὸ αἰ­σθανόμεθα; Μόνο ὅποιος νιώθει τὴν ἁμαρτωλό­τητά του καὶ λέει ὅπως ὁ τελώνης «Ὁ Θεός, ἱ­λάσθητί μοι τῷ ἁμαρτω­λῷ» (Λουκ. 18,13), ἢ ὅπως ὁ ἄσωτος «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου» (ἔ.ἀ. 15,18), ἢ ὅ­πως ὁ λῃστὴς «Μνήσθητί μου, Κύ­ριε, ὅταν ἔλ­θῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42), αὐτὸς καταλαβαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Σωτήρας.
Καὶ δὲν ἀρκεῖ βέβαια νὰ πῇς μόνο, ὅτι εἶνε Σωτήρας τῶν ἀνθρώπων γενικῶς· πρέπει νὰ νιώσῃς ὅτι εἶνε καὶ προσωπικῶς δικός σου σω­τ­ήρας. Αὐτὸ θὰ σὲ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ τὸ αἰ­σθαν­θῇς, ἂν σκύψῃς ἐν μετανοίᾳ καὶ πῇς τὰ ἁ­μαρτήματά σου στὸν πνευματικὸ πατέρα, ἂν ἐξομολογηθῇς. Τότε θὰ νιώσῃς, ὅτι φεύγει ἀ­πὸ πάνω του ἕνα βουνὸ καὶ θὰ αἰσθανθῇς γιὰ τὸ Χριστὸ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη.
Αὐτὸ αἰσθάνθηκε ὁ λῃστὴς στὸ σταυρό, αὐ­τὸ αἰσθάνθηκαν οἱ ἀπόστολοι, οἱ μάρτυρες, ὅ­­­λοι οἱ ἅγιοι, ὅπως π.χ. ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας. Ὅταν τὸν ὡ­δη­γοῦσαν στὴ ῾Ρώμη γιὰ τὸν ῥίξουν στὰ θηρία, ἔγραφε γιὰ τὸ Χριστό· «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται», ὁ Χριστὸς δηλαδὴ εἶνε ὁ ἔρως τῆς καρ­διᾶς μου». Μικροὶ ἔρωτες συγκινοῦν σήμερα τὴν σαρκικὴ γενεά μας· μόνο τὸ σέξ. Δὲν τὸ κα­τηγορῶ, ὁ Θεὸς τὸ ἐμφύτευσε· ἀλλ’ ὄχι γιὰ νὰ σβήσῃ ὅλους τοὺς ἄλλους ἔρωτες. Ἡ γενεά μας, γενεὰ Σοδόμων καὶ Γομόρρων, δὲν γνωρί­ζει ἄλλους ἔρωτες. Ὀρθῶς εἶπε ἕ­νας φιλόσοφος, ὅτι ἡ ἐποχή μας εἶνε ἀνέραστος. Ἂν δὲν ἀγαπήσῃς τὸ Χριστό, τίποτα δὲν κατάλαβες, ματαίως ἦρθες στὴ γῆ. Ὡραῖοι ἔρωτες εἶ­νε ὁ ἔρως τῆς ἐπιστήμης, ὁ ἔρως τῆς πατρί­δος, μὰ ὑπεράνω ὅλων ὁ ἔρως τοῦ Χριστοῦ.
Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὸ γλυκύτερο πρᾶγμα. Ἔπαιρνε στὰ γόνα­τά της τὸ μικρὸ παιδάκι ἡ γιαγιά, τὸ μάθαινε νὰ κάνῃ σταυρό του, καὶ ἡ πρώτη λέξι ποὺ μάθαι­νε νὰ λέῃ ἦταν ἡ λέξι Χριστός. Εἶδα τέτοια πα­ραδείγματα. Τώρα δυστυχῶς ὁ θεῖος ἔρως ὄ­χι μόνο ἔχει σβήσει ἀλλὰ μερικὲς φο­ρὲς ἀν­τι­­στρέφεται τελείως σὲ μῖσος σατανικό.
Ὅ­ταν ἤμουν ἱεροκήρυκας στὰ Γρεβενὰ καὶ περι­ώδευα πάνω στὰ ψηλὰ βουνά, ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, ἀκούω ξαφνικὰ μιὰ βλαστήμια. Πρώτη φορὰ ἄκουγα τέτοια βλαστήμια. Πώ πώ! λέω, τί εἶν’ ἐδῶ; δαίμονες κατοικοῦν ἐδῶ πέρα; Πλησίασα λοιπὸν καὶ εἶδα· πίσω ἀπὸ ἕ­να δέντρο καθόταν ἕνας πατέρας, εἶχε στὰ γόνατά του ἕνα ἀγοράκι καὶ τὸ μάθαινε νὰ βλαστημάῃ τὸ Χριστό! Θεέ μου, ἀκόμα δὲν ἔ­γιναν τὰ ἄστρα κεραυνοὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια μας; Ποῦ εἶνε ἡ ἀγάπη στὸ Χριστό;
Ἂς ὑβρίζεται ὅμως καὶ ἂς ἀτιμάζεται ὁ Χριστός· τὸ ὄνομά του θὰ μείνῃ αἰώνιο. Ὅπως τὰ μαῦρα σύννεφα δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ οἱ βλαστήμιες δὲν μποροῦν νὰ σβήσουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ μείνῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων.
Εὔχομαι στὸν τόπο μας, νὰ μὴν ἀκούγεται οὔτε μία βλαστήμια, ἀλλὰ μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ὅλοι ἀνεξαιρέτως νὰ λέμε· Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ δοξασμένο τὸ ὄνομά του· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερ­υψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 20-12-1987)

Ο Άγιος Σεβαστιανός 18 Δεκεμβρίου


Σεβαστιανὸς τῶν πλάνης σεβασμάτων,
Καταφρονήσας τύπτεται τὸ σαρκίον.
Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ Σεβαστιανὸς ῥοπαλίσθη.
Βιογραφία
Ο Άγιος Σεβαστιανός γεννήθηκε στα Μεδιόλανα της Ιταλίας, το 250 με 256 μ.Χ. Οι γονείς του τον ανέθρεψαν με μεγάλη χριστιανική επιμέλεια. Καθώς ήταν και από γένος διακεκριμένο, είλκυσε την εύνοια του αυτοκράτορα Καρίνου, που γρήγορα τον ανέδειξε σαν στρατιωτικό. Έπειτα, ο Διοκλητιανός τον έκανε αρχηγό του πρώτου συντάγματος των πραιτοριανών.

Φιλάνθρωπη ψυχή ο Σεβαστιανός, από τη θέση αυτή πολλές φορές υπήρξε προστάτης των φτωχών και των πασχόντων χριστιανών. Πρόθυμα επίσης, βοηθούσε στις ανάγκες της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Γι' αυτό και ο πάπας Γάιος του απένειμε τον τίτλο του υπερασπιστή της Εκκλησίας.

Όταν όμως άρχισε ο διωγμός κατά των χριστιανών, συνελήφθη μια ομάδα χριστιανών. Ο Σεβαστιανός, προκειμένου να τους εμψυχώσει την ώρα που αυτοί δικάζονταν, προς γενική κατάπληξη όλων δήλωσε ότι είναι χριστιανός. Ο Διοκλητιανός διέταξε το θάνατό του. Και ο Σεβαστιανός δεν άργησε να πέσει κάτω, τρυπημένος στο στήθος από βέλος.

Το σώμα του παρέλαβε κάποια ευσεβής χήρα, η Λουκίνα. Διαπίστωσε όμως, ότι ανέπνεε ακόμα. Αφού τον περιποιήθηκε, μετά από λίγες ήμερες ο Σεβαστιανός ανέκτησε την υγεία του. Αλλά και πάλι επεδίωξε και συνάντησε το Διοκλητιανό και τον ήλεγξε για τη σκληρότητά του. Τότε αυτός διέταξε και τον μαστίγωσαν μέχρι θανάτου. Έτσι, ο Σεβαστιανός έγινε παράδειγμα αγωνιστικότητας για την πίστη «ἄχρι θανάτου» (Αποκάλυψη Ιωάννου, θ' 10).

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Συγκλήτου σφαλλομένης παριδῶν τὰ συνέδρια, Σεβαστιανὲ πανολβίαν, συναγείρεις συνέλευσιν, Μαρτύρων ἀληθῶς πανευκλεῶν, σὺν σοῖ καταβαλόντων τὸν ἐχθρόν, μεθ' ὧν θείας συναυλίας ἀξιωθεῖς, φαιδρύνεις τοὺς βοώντας σοι, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Τι ήταν το αστέρι της Βηθλεέμ;

 





Θαυμαστά καί παράδοξα πράγματα! Στήν ᾿Ιουδαία -ὅπου προϋπῆρχαν οἱ προφῆτες, οἱ πατριάρχες, οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης- τό μήνυμα γιά τή γέννηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τό ἔφεραν οἱ εἰδωλολάτρες, οἱ μάγοι ἐξ ᾿Ανατολῶν! ῎Εκαναν μακρινό ταξίδι γιά νά τόν δοῦν καί νά τόν προσκυνήσουν καί περιπλανόμενοι ρωτοῦν· «Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθείς βασιλεύς τῶν ᾿Ιουδαίων;».

Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς κρύφτηκε καί τό ἀστέρι, ὥστε χάνοντας τόν ὁδηγό τους οἱ μάγοι νά ἀναγκαστοῦν νά ρωτήσουν τούς ᾿Ιουδαίους καί μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο νά τούς κινήσουν κι ἐκείνους σέ ἀναζήτηση τοῦ νεογέννητου Μεσσία.
Τό ὅτι γεννήθηκε πρόσωπο ὑψηλό καί ἐπίσημο τό ἤξεραν καλά κι ἦταν σίγουροι, διότι τούς τό μήνυσε τ᾿ ἀστέρι. ῾Ο Θεός δέν τούς ἔστειλε προφήτη, διότι δέν θά τόν παραδέχονταν· οὔτε μέ τίς Γραφές μποροῦσε νά τούς μιλήσει, διότι δέν τίς γνώριζαν. Τούς ἔστειλε, λοιπόν, ἕνα σημάδι γνώριμο καί προσιτό σ᾿ αὐτούς.
Τό ἀστέρι τῶν μάγων δέν ἦταν ἀπ᾿ αὐτά πού βλέπουμε στό στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ τίς νυχτερινές ὧρες. ῏Ηταν κάποια λογική κι ἀόρατη δύναμη, ἕνας ἄγγελος, πού πῆρε τό σχῆμα τοῦ ἄστρου.
Πῶς εἴμαστε σίγουροι γι᾿ αὐτό; Μᾶς τό ἀποδεικνύει ἡ πορεία του· Δέν πηγαίνει ἀπ᾿ τήν ἀνατολή στή δύση ἀλλά ἀπό βορρᾶ πρός νότο, ἐφόσον ἡ Παλαιστίνη βρίσκεται στά νότια τῆς Περσίας. Διακρίνεται ἐπίσης κατά τήν ἡμέρα, πράγμα ἀφύσικο γιά ἀστέρι. Χάνεται στήν περιοχή τῶν ᾿Ιεροσολύμων καί ξαναεμφανίζεται ὅταν βγαίνουν οἱ μάγοι ἀπ᾿ αὐτή. ᾿Ακόμη κι ὅταν τούς ὁδήγησε στή φάτνη, δέν φαίνεται σ᾿ αὐτούς ἀπ᾿ τόν οὐρανό, ἀλλά σταματάει ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου ἦταν τό παιδί, πάνω ἀπ᾿ τό κεφάλι του. ῎Αν ἦταν ἁπλῶς ἕνα ἀστέρι, δέν θά μποροῦσε νά δείξει ἕναν τόσο περιορισμένο χῶρο.
Ξέρουμε ὅλοι πολύ καλά ὅτι λόγῳ τοῦ ὑπερβολικοῦ ὕψους δέν εἶναι δυνατόν ἕνα ἀστέρι νά προσδιορίσει οὔτε τόν τόπο μιᾶς ὁλόκληρης πόλης· πόσο μᾶλλον ἕνα ἐλάχιστο σημεῖο μέσα σ᾿ αὐτή. Αὐτό ὅμως τό ἄστρο τοῦ νεογέννητου βασιλιᾶ ἔδειξε τόν μικρό τόπο τῆς φάτνης κι ἀφοῦ μέ ἀσφάλεια ὁδήγησε τούς μάγους κοντά του, ἀπομακρύνθηκε· κι αὐτό δέν εἶναι γνώρισμα κοινοῦ ἀστεριοῦ.
᾿Ιω. Χρυσοστόμου, ῾Ομιλία στό ναό τοῦ ἀπ. Παύλου 5· ΡG 63,507-508
(᾿Ελεύθερη ἀπόδοση Β.Σ.)


 

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Η Αγια Νύχτα μέσα από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια

 




Από ανώνυμα ή ψευδεπίγραφα κείμενα, γραμμένα από τον 2ο αιώνα και μετά, ενεπνεύστησαν οι αγιογράφοι για να εικονίσουν τη γέννηση του Χριστού

Η Αγια Νύχτα μέσα από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια

ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΟΥΜΠΑΝΗΣ


Μια σπηλιά που κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούν για στάβλο, μερικά ζώα, ο Ιωσήφ, η Μαρία, το Θείο Βρέφος ξαπλωμένο και σπαργανωμένο στη φάτνη, οι ποιμένες και πιο πέρα οι μάγοι.
Αυτά είναι τα βασικά στοιχεία που ακολουθούν οι αγιογράφοι της ορθόδοξης βυζαντινής παράδοσης για να εικονίσουν το μέγα γεγονός της Γέννησης του Χριστού. Το ίδιο συμβαίνει πάνω κάτω με τα κάλαντα.
Από τον κανόνα δεν ξεφεύγει ούτε και το κοντάκιο των Χριστουγέννων, όπου ο υμνωδός πανηγυρίζει ότι «η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει».
Η πραγματικότητα είναι ότι κανένα από τα δύο Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά που διηγούνται τη Γέννηση δεν κάνουν λόγο είτε για σπήλαιο είτε για βόδι και όνο. Πρόκειται για στοιχεία της θρησκευτικής παράδοσης, προερχόμενα από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια.
Με τον όρο Απόκρυφα Ευαγγέλια οι θεολόγοι αναφέρονται σε διάφορα ανώνυμα ή ψευδεπίγραφα χριστιανικά κείμενα, γραμμένα από τον 2ο αι. μ.Χ. και έπειτα. Δεν συμπεριλαμβάνονται στον Κανόνα των 27 βιβλίων της Καινής Διαθήκης.
Ομως, σχετίζονται με αυτήν τόσο από πλευράς φιλολογικού είδους (είναι Ευαγγέλια, Πράξεις, Επιστολές, Αποκαλύψεις, αλλά και Διάλογοι, Ερωταποκρίσεις) όσο και από πλευράς περιεχομένου.
Το τελευταίο έχει την έννοια πως ορισμένα τουλάχιστον από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια αναφέρονται σε γεγονότα ή πρόσωπα, που περιέχονται στην Καινή Διαθήκη. Τα συμπληρώνουν, τα τροποποιούν ή δίνουν την προέκτασή τους.
Τα κείμενα αυτά, που δημιούργησε η φαντασία των πρωτοχριστιανών, αποδόθηκαν σε γνωστά πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, που μπορεί να είναι από τον απόστολο Πέτρο και τον αδελφόθεο Ιάκωβο μέχρι τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Ορισμένα καταδικάστηκαν από την Εκκλησία, ενώ ορισμένα άλλα τροφοδότησαν τη λαϊκή ευσέβεια και ενέπνευσαν την εκκλησιαστική τέχνη.
Στο λεγόμενο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου ή στο Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου:
  • Περιγράφεται το σπήλαιο ως τόπος γέννησης του Ιησού.
  • Αναφέρονται το βόδι και ο όνος να προσκυνούν τον νεογέννητο Χριστό.
  • Σημειώνεται ότι κατά τη θαυμαστή στιγμή της εμφάνισης του Θεανθρώπου το σύμπαν έκθαμβο σταμάτησε τη ροή και την κίνησή του.
  • Προσθέτεται ακόμα ότι κατά τη φυγή στην Αίγυπτο η Αγία Οικογένεια στεγάστηκε προσωρινά σε έναν ειδωλολατρικό ναό, όπου, με την εμφάνισή της και μόνο, κατέρρευσαν 365 αγάλματα που απεικόνιζαν ψεύτικους θεούς και δαίμονες.
Ονόματα μάγωνΣτα Απόκρυφα οι εκ της Περσίας Μάγοι, που αναφέρει ο Λουκάς στο Ευαγγέλιό του, γίνονται τρεις και αποκτούν ονόματα. Είναι ο Γασπάρ, ο Βαλτάσαρ και ο Μελχιώρ, που στον Μεσαίωνα τιμήθηκαν ως άγιοι. Και άλλα ανώνυμα πρόσωπα της Καινής Διαθήκης ονοματίζονται στα Απόκρυφα:
  • Ο Ρωμαίος εκατόνταρχος, που κατά τη Σταύρωση θα αναφωνήσει «Θεού υιός εστί», είναι ο Λογγίνος.
  • Οι ληστές που σταυρώθηκαν «εις εκ δεξιών και εις εξ ευωνύμων» του Ιησού είναι ο Γίστας και ο Δισμάς.
  • Η αιμορροούσα γυναίκα είναι η Βερονίκη.
Ακόμα και το περίφημο «Quo vandis Domine?» του Πέτρου περιλαμβάνεται στις Απόκρυφες Πράξεις του αποστόλου. Η ιεραποστολική δραστηριότητα των μαθητών του Ιησού περιλαμβάνεται στη θεματολογία αυτών των κειμένων.
ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΠΟΙΜΕΝΩΝ
Προσπάθησαν να βάλουν σε πειρασμό τον Ιωσήφ

Η προσκύνηση των ποιμένων είναι ένα αγαπημένο θέμα και στα Απόκρυφα Ευαγγέλια. Μόνο που εδώ δεν παρουσιάζονται μόνο οι ταπεινοί και ευλαβείς κτηνοτρόφοι, αλλά και ένας διαβολικός τύπος που θέλει να βάλει σε πειρασμό τον Ιωσήφ.
Πράγματι, ο Ιωσήφ εμφανίζεται σκεπτικός για τον λόγο ότι το παιδί δεν είναι δικό του. Αυτήν την κατάσταση θέλησε να εκμεταλλευτεί ο διάβολος. Μεταμορφώθηκε σε ποιμένα ονόματι Θύρσο και μάταια προσπάθησε να τον βάλει σε πειρασμό, ώστε να διώξει τη Μαρία και να κάνει κακό στον νεογέννητο Θεάνθρωπο.
Το επεισόδιο αυτό ιστορείται και σε βυζαντινές αγιογραφίες της Γέννησης, με την εικαστική απόδοση της γενικότερης ατμόσφαιρας και των γεγονότων που διαδραματίζονται στο σπήλαιο της Βηθλεέμ εκείνη την Αγια Νύχτα.
ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΣΠΑΡΓΑΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΡΕΦΟΣ ΤΟΥΣ ΕΔΩΣΕ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ
Ενας άγγελος οδήγησε τους μάγους στη φάτνη - Τέσσερις εκδοχές για την καταγωγή τους

Οι Μάγοι που προσκύνησαν το Θείο Βρέφος ήταν άνδρες σοφοί που δεν ανήκαν στο πολιτιστικό περιβάλλον του Ιησού. Επρόκειτο για τους πρώτους εθνικούς που αναγνώρισαν και λάτρεψαν τον Χριστό.
Κατά το Ευαγγέλιο του Ψευδο- Ματθαίου, οι Μάγοι δεν περιορίστηκαν στην από κοινού προσφορά σμύρνας, λιβανιού και χρυσού, αλλά και καθένας χωριστά προσέφερε από ένα κομμάτι χρυσό, τονίζοντας μ αυτό τον τρόπο τη βασιλική πτυχή της Γέννησης.
Σε ένα άλλο Απόκρυφο, το λεγόμενο αραβικό Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού, αναφέρεται ότι οι Μάγοι οδηγήθηκαν στον Χριστό όχι από αστέρι, αλλά από έναν άγγελο. Προστίθεται, μάλιστα, και το εξής:
Η Θεοτόκος θέλησε να ανταποδώσει στους επισκέπτες και προσκυνητές τα δώρα που εναπόθεσαν στη φάτνη. Τους έδωσε ένα κομμάτι σπάργανο, από εκείνο που είχε τυλίξει το Βρέφος. Εκείνοι μετέφεραν το κειμήλιο στον τόπο τους και το φύλαξαν με ευλάβεια.
Περί της καταγωγής των Μάγων πολλά αναφέρονται.
  • Ο Ιουστίνος, θεολόγος οσιομάρτυς καταγόμενος από τη Φλάβια - Νεάπολη, θεωρούσε ως τόπο προέλευσής τους την Αραβία.
  • Ο Τερτυλλιανός υποστηρίζει το ίδιο, προσθέτοντας ότι είχαν βασιλική ιδιότητα.
  • Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, πίστευε ότι οι Μάγοι ήταν Πέρσες.
  • Ο Αγιος Αθανάσιος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, είχε την άποψη πως ήταν Αιγύπτιοι.
Στη βυζαντινή αγιογραφία επικράτησε να απεικονίζονται οι Τρεις Μάγοι ως Πέρσες με τα χαρακτηριστικά ενδύματα που συνηθίζονταν εκείνη την εποχή στην αυτοκρατορία του ζωροαστρισμού. Ετσι τους ζωγράφισε ο ανώνυμος καλλιτέχνης στις τοιχογραφίες του Ναού της Γεννήσεως στους Αγίους Τόπους.
Τα Ιεροσόλυμα κατέλαβε το 614 μ.Χ. ο Χοσρόης Β, οπότε τα στρατεύματά του επιδόθηκαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και καταστροφές. Στον Ναό της Γεννήσεως σταμάτησαν τους βανδαλισμούς όταν ανάμεσα στις περίτεχνες αγιογραφίες διέκριναν τους τρεις συμπατριώτες τους. Τους ξεχώρισαν από τα χαρακτηριστικά ρούχα με τα οποία τους είχε ντύσει ο λεπτολόγος ζωγράφος.
Οι Μάγοι προφανώς ήταν σπουδασμένοι άνθρωποι με κύρος, που ασκούσαν θρησκευτική και πολιτική επιρροή στην πατρίδα τους. Είχαν πρόσβαση σε αστρολογικές και υπερβατικές γνώσεις. Πιθανώς να ήταν ιερείς του ζωροαστρισμού.
ΤΟΝ 8ο ΑΙΩΝΑ μ.Χ.
Αναφορές στο βόδι και τον όνο που στέκονται στη φάτνη κάνει ο Ψευδο-Ματθαίος

Το βόδι και ο όνος, που στέκονται πίσω από τη φάτνη με τον νεογέννητο Χριστό, εμφανίζονται στο Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία Απόκρυφα και χρονολογείται στον 8ο αι. μ.Χ. Το περιστατικό μνημονεύεται προς επιβεβαίωση προφητειών του Ησαϊα και του Αββακούμ.
Αναφέρει ο Ψευδο-Ματθαίος ότι τρεις μέρες μετά τη Γέννηση η επίτοκος Μαρία μετακινήθηκε από το Σπήλαιο και μπήκε σε έναν στάβλο, όπου παρέμεινε για άλλες τρεις μέρες. Εκεί, στον στάβλο, βρήκε πρόχειρη μια φάτνη, όπου εναπόθεσε το Νεογέννητο. Ετρεξαν να το προσκυνήσουν ένα βόδι και ο όνος. Και προσθέτει:
«Τότε εκπληρώθηκε ο λόγος του προφήτη Ησαϊα: «Το βόδι γνώρισε τον αφέντη του και ο όνος τη φάτνη του κυρίου του». Τα ίδια τα ζωντανά, το βόδι και ο όνος, έχοντας Αυτόν στη μέση αδιαλείπτως τον προσκυνούσαν. Τότε εκπληρώθηκε ο λόγος του προφήτη Αββακούμ: «Εν μέσω δύο ζωντανών θα φανερωθείς»».
Η εγκατάσταση προηγουμένως στο σπήλαιο αναφέρεται στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Μάλιστα περιγράφεται ως έκτακτο γεγονός και ως λύση ανάγκης, διότι οι ωδίνες έπιασαν την Παναγία λίγο έξω από τη Βηθλεέμ, στο χωριό όπου ήταν υποχρεωμένοι να απογραφούν Αυτή και ο Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ, κατά τη διήγηση του Ιακώβου, μόλις αντιλήφθηκε ότι τη Μαρία είχαν πιάσει οι πόνοι, την κατέβασε από το υποζύγιο στο οποίο επέβαινε. Βρέθηκε σε απόγνωση μέσα στην ερημιά. Αλλά, όπως σημειώνεται στο κείμενο, γρήγορα «εκεί βρήκε ένα σπήλαιο και έβαλε μέσα τη Μαρία».
Διαφορετική είναι η ιστόρηση στο Ευαγγέλιο του Λουκά. Ο Λουκάς αναφέρει ότι βρίσκονταν ήδη στη Βηθλεέμ, όταν «ήρθε η ώρα της Παναγίας να γεννήσει».
Λογικό φαίνεται το ζευγάρι να μην αναζήτησε στέγη σε στάβλο, αλλά σε κάποιο από τα δωμάτια φιλοξενίας που διέθεταν τα ιουδαϊκά σπίτια. Με αυτήν την άποψη συμφωνεί και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος κάνει λόγο για «κατάλυμα» που βρήκαν ο Ιωσήφ και η Μαρία.
Η λέξη κατάλυμα ήταν γνωστή στον Λουκά και τη χρησιμοποίησε άλλη μια φορά στο Ευαγγέλιό του. Τη χρησιμοποίησε εκεί που γίνεται αναφορά στον Μυστικό Δείπνο. Κατάλυμα ήταν το δωμάτιο του σπιτιού που του παραχωρήθηκε το Πάσχα για να φάει με τους μαθητές του.
Ως εκ τούτου γίνεται λόγος για δωμάτιο φιλοξενίας και όχι για στάβλο. Μάλιστα, σε άλλο σημείο η Αγία Γραφή, αναφορικά με την επίσκεψη των Μάγων, επισημαίνει ότι έγινε «εις οικίαν».*

από εδώ


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2011/12/blog-post_5176.html#ixzz1gF600HJ1

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Κυριακή ΙΑ’ Λουκά: Ομιλία εις την Κυριακήν των Προπατόρων (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)




Κατά την ενδεκάτην του παρόντος (Δεκεμβρίου μηνός), ει τύχοι εν Κυριακή, ή τη πρώτη μετ’ αυτήν ερχομένη, δια το εγγίζειν την του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Γέννησιν, μνείαν ποιούμεθα των προ Νόμου και εν Νόμω κατά σάρκα Προπατόρων Αυτού.
Ομιλία Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, εις την Κυριακήν των Προπατόρων
Όταν ο μονογενής Υιός του Θεού εσαρκώθη προς χάριν μας από την Παρθένον, δια της μετά σαρκός πολιτείας του, ετελειοποίησε τον νόμον, ο οποίος είχε δοθή δια του Μωυσέως. Τον ολοκλήρωσε δίδοντας τον νόμο της χάριτος, και μεταποίησε έτσι τον παλαιόν εκείνο νόμο στην ιδική μας Εκκλησία. Εκβάλλεται τότε το γένος των Εβραίων από την ιεράν Εκκλησία, και αντί αυτών εισαγόμεθα εμείς, οι οποίοι έχουμε εκλεγεί από τα έθνη. Και μας συνήνωσε ο Κύριος με τον εαυτόν του και με τον Πατέρα, μας παραλαμβάνει δηλαδή ως γνησίους νέους και αδελφούς, ακόμη δε, ω της ανεκφράστου φιλανθρωπίας, και γονείς ιδικούς του. Πράγματι, λέγει «ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, ούτος και αδελφός μου και αδελφή μου και μήτηρ εστί».
Σήμερα όμως, εορτάζουμε στην ‘Εκκλησία τους προπάτορες, οι περισσότεροι από τους οποίους ανήκαν στο γένος των Εβραίων. Για ποιον λόγο; Για να μάθουν όλοι ότι οι Ιουδαίοι, δεν απεκηρύχθησαν και οι εθνικοί δεν υιοθετήθησαν αδίκως, ούτε παραλόγως ούτε αναξίως από τον Θεόν, ο οποίος τα πραγματοποιεί αυτά και τα ρυθμίζει. Αλλά όπως ακριβώς από τους προσκεκλημένους εθνικούς συγκαταλέγονται στους συγγενείς του Θεού μόνον όσοι υπακούουν, έτσι και το γένος του Ισραήλ και όλοι όσοι προήλθαν από τον ‘Αδάμ μέχρι αυτήν την γενεάν, είναι πλήθος πολύ, αληθείς όμως Ισραηλίτες είναι όσοι από αυτούς έζησαν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Αυτοί μόνον είναι αληθινοί πατέρες και προπάτορες, πρώτον μεν εκείνης που εγέννησε παρθενικώς κατά σάρκα τον Θεόν των όλων Χριστόν, έπειτα δε δι’ αυτού και ιδικοί μας. Αυτοί οι πατέρες και προπάτορες δεν εξεβλήθησαν βεβαίως από την ‘Εκκλησία του Χριστού, αφού εορτάζονται σήμερα επισήμως από εμάς, θεωρούμενοι ως μέρος του πληρώματος των Αγίων. «Εν γαρ Χριστώ Ιησού ουκ έστι παλαιός, ου νέος, ουχ Έλλην, ουκ Ιουδαίος, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός». Και «ουχ ο εν τω φανερώ Ιουδαίος, ουδέ η εν τω φανερώ περιτομή, αλλά ο εν τω κρυπτώ Ιουδαίος και περιτομή καρδίας εν πνεύματι, ου γράμματι». Αυτήν την περιτομή την έχουν όλοι όσοι ευηρέστησαν τον Θεόν, και με αυτήν έχουν γίνει όλοι ένα, παλαιοί και νέοι, και οι πριν τον νόμο, και οι μέσα στον νόμο, και όσοι μετά τον νόμον επολιτεύθησαν θεαρέστως με το Ευαγγέλιον της Χάριτος. Ώστε αν ιδεί κανείς με σύνεση την οικονομίαν του Θεού για το ανθρώπινον γένος, θα την ιδεί σύμφωνο και συνεπή με τον εαυτόν της. Όπως δηλαδή λαμβάνουν την χριστιανικήν ονομασία μόνον οι επίλεκτοι από τους εθνικούς, οι δε άχρηστοι εκβάλλονται, αλλά και «πολλοί μεν κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί», καθώς είπεν ο Κύριος, έτσι και στην περίπτωσιν εκείνων των αρχαίων και του μετά από αυτούς γένους των Ιουδαίων, προσλαμβάνονται μόνον όσοι έχουν εκλεγεί και μετονομασθεί, ενώ και σ’ εκείνους το αχρείον πλήθος εκβάλλεται. Πράγματι, όσοι από τους απογόνους του Σηθ, οι οποίοι ονομάσθησαν υιοί Θεού, κατελήφθησαν από μανία για τις θυγατέρες των ανθρώπων, αυτοί, όπως έχει γραφεί, απεκηρύχθησαν. Αχρείον δε πλήθος και στους Ιουδαίους δεν είναι οι προσήλυτοι Ιουδαίοι, αλλά και όσοι ήσαν μεν αυτόχθονες και γνήσιοι υιοί κατά σάρκα του ιδίου του Ιακώβ, ο οποίος πρώτος ονομάσθη Ισραήλ, αλλά εφάνησαν παρήκοοι σαν τον Ησαύ. Ακόμη και ο υιός του Προφήτου και βασιλέως Δαυίδ, του πρώτου μετά τον Σαούλ βασιλέως των, είναι ξένος προς το ιερόν γένος, επειδή επεβουλεύθη την ζωή του πατέρα του.
Έτσι λοιπόν και σε εμάς, πάλι δεν υπολογίζονται στο γένος του Χριστού όλοι όσοι ονομάζονται χριστιανοί, όπως ακριβώς έγινε και με τους Ισραηλίτες, αλλά εκείνοι οι οποίοι ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Χριστού, και τηρούν τις εντολές Του, και αναπληρούν τις παραλείψεις τους με την μετάνοια. Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης ήταν όχι μόνον από τους κλητούς, αλλά και από τους Αποστόλους, και όχι απλώς από τους Αποστόλους, αλλά και από την χορεία των δώδεκα, δηλαδή των κορυφαίων. Ήταν όμως αποξενωμένος από την συγγένεια προς τον Χριστό, και απεμακρύνθη από αυτόν περισσότερον από κάθε άλλον χριστιανόν. Γιατί; Διότι δεν έσπευδε προς την κηρυττομένην Βασιλείαν των Ουρανών, ούτε έβλεπε προς τα εξαίσια έργα και την διδασκαλία του Σωτήρος.
Πράγματι, τα μεν σημεία και τα έργα του Θεού όταν κατανοούνται, οδηγούν προς την πίστιν όσους ποθούν να τα γνωρίσουν, η δε ακρόασις της ιεράς διδασκαλίας υποδεικνύει την εν Θεώ αλήθεια και τον θεάρεστον βίον. Αυτά τα δύο μας βοηθούν να περιφρονήσομε τα σωματικά και γήινα, και να ανυψώσομε την διάνοιά μας προς την ελπίδα που απόκειται στους ουρανούς.
Εκείνος όμως δεν ήταν επιθυμητής τούτων, αλλά έβλεπε προς την γη και την κλοπή και τα γήινα και βδελυρά κέρδη και προς την σωματικήν ωφέλεια που προσδοκούσε να έχει από αυτά. Και απεδείχθη εραστής τούτων των απηγορευμένων πολλές φορές και ποικιλοτρόπως, από τον Πατέρα και Δεσπότη των όλων και Διδάσκαλον. Ήταν λοιπόν συγγενής όχι του Χριστού ούτε των τότε συναποστόλων, αλλά εκείνων προς τους οποίους ο Κύριος έλεγε, «ζητείτε με, ουχ ότι είδετε σημεία, αλλ’ ότι εφάγετε εκ των άρτων και εχορτάσθητε». Όπως δηλαδή εκείνοι, με όλο που και τα θαύματα είδαν και τους άρτους έφαγον και τους λόγους ήκουσαν του ενυποστάτου Λόγου ο οποίος ενηνθρώπησε για εμάς, εφώναζαν ύστερα προς τον Πιλάτον «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν», έτσι ακριβώς και αυτός αν και είδε με τους οφθαλμούς του και απέκτησε περισσότερον από τους άλλους, πείρα της μεγαλειότητος και της θεότητος του Κυρίου, έπειτα τον παρέδωκε στους φονευτάς του. Και αυτός υπέμεινε —ω, τι απερίγραπτος μακροθυμία!— «μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού», οδηγώντας και εμάς προς υπομονήν, εκτός από τον ιδικόν του θρίαμβο κατά του αρχεκάκου, και μάλιστα έδειξε ότι οι πειρασμοί και οι θλίψεις μας οφελούν. Διότι λέγει, «εν θλίψει εμνήσθημέν σου», και «παιδείαν Κυρίου υποίσω (θα υπομείνω δηλαδή)», και «η παιδεία σου, Κύριε, ανόρθωσέ με», ενώ δηλαδή ήμουν σκυμμένος προς το σώμα και τις σωματικές φροντίδες, με ανήγειρε και με έπεισε να βλέπω μόνον προς εσέ.
Σ’ εσένα όμως, εάν στον καιρό των θλίψεων δεν προστρέχεις στον Θεόν, εάν δεν διορθώνεσαι με την παιδαγωγία του, ποία άλλη ευκαιρία, ποίον από τα όντα ή τα γεγονότα θα συντελέσει στην επανόρθωσή σου; Αλλά όμως, θα έλεγε κάποιος, έχει ανάγκη και το σώμα από την σωματικήν τροφήν και τα άλλα χρήσιμα. Βεβαίως, γιατί όχι; Αν λοιπόν αυτά τα έχεις, αφού οπωσδήποτε από τον Θεόν τα έλαβες, διότι λέγει, «τι έχεις o ουκ έλαβες;»─ ευχαρίστησε αυτόν που σου τα έδωσε, ανταπόδωσέ του εμπράκτως την ευχαριστίαν. Όπως αυτός επήκουσε στο θέλημά σου και εξεπλήρωσε την επιθυμία σου, έτσι και συ πρόσελθε και άκου και μάθε καλά το θέλημά του, και υπάκουσε και πραγματοποίησέ το, ώστε και να επαινεθείς ως φρόνιμος. «Ο ακούων μου», λέγει, «τους λόγους και ποιών αυτούς, ομοιωθήσεται ανδρί φρονίμω».
Και στο εξής να τον έχεις πλουσιοπάροχον ευεργέτην, όχι μόνο για τα παρερχόμενα και τα γήινα, αλλά και για τα μέλλοντα και μένοντα και ουράνια. Διότι λέγει, «ευ δούλε αγαθέ και πιστέ. Επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω. Είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Εάν όμως δεν διαθέτεις τώρα τα αναγκαία του σώματος ή φοβήσαι προσδοκωμένην απορίαν, πάλι σ’ αυτόν πρόσελθε, πάλιν από αυτόν ζήτησε, πάλι σ’ αυτόν υπάκουσε. «Υποτάγηθι», λέγει, «τω Κυρίω και ικέτευσον αυτόν». Πάλι λοιπόν δείξε με τα έργα ότι είσαι δούλος του αγαθός. Πράγματι, αυτός είναι, κατά το ψαλμικόν, «ο διδούς τροφήν εν ευκαιρία (εγκαίρως δηλαδή). Ο ανοίγων την χείρα αυτού, και εμπιπλών παν ζώον ευδοκίας». Αυτός που είπε «ου μη σε ανώ (δεν θα σε αφήσω δηλαδή) ουδ’ ου μη σε εγκαταλείπω».
Γιατί από τις ιδιότητες των αλόγων ζώων, μιμείσαι εκείνην που σε βλάπτει, το να υποκύπτεις στην γαστέρα, και να μην ανυψώνεσαι από τα γήινα, αν και επλάσθης όρθιος για να φρονείς τα άνω, να ζητείς τα άνω; Γιατί θέλεις να είσαι δεμένος όπως εκείνη η «συγκύπτουσα, ην έδησεν ο Σατανάς δέκα και οκτώ έτη», αν και αυτός, ο Λόγος της ζωής που έλυσε και εκείνην, εύκολα και ημπορεί και θέλει να λύσει και σένα, εάν μόνον προστρέχεις σ’ αυτόν, και τον ακούεις, και του υπακούσεις, και δεν κωφεύεις, δεν αντιδράς, δεν επαναστατείς;
Γιατί, λοιπόν, μιμείσαι την επιβλαβή για σένα ιδιότητα των αλόγων ζώων και δεν μιμείσαι την επωφελή; Άκου τον Προφήτη που λέγει ότι και οι σκύμνοι (οι μικροί λέοντες δηλαδή) όταν χρειάζονται τροφήν, ωρύονται και ζητούν από τον Θεόν, και έτσι λαμβάνουν για να καταβροχθίσουν. Όταν λέγει σκύμνους λεόντων, αφήνει με αυτό να εννοηθεί από τους νοήμονες ευκόλως ότι το ίδιο συμβαίνει και με όλα τα άλλα ζώα. Διότι, αν ο λέων που είναι το πιο ωμοφάγον και αρπακτικόν και ρωμαλέον από τα θηρία, δεν ευρίσκει τι να αρπάξει, τι θα ειπούμε για τα άλλα ζώα; Αυτό μας το παρουσιάζει και ο Χριστός στο Ευαγγέλιον, λαμβάνοντας αφορμήν από τα πτηνά και λέγοντας, «ίδετε τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο Πατήρ ημών ο ουράνιος τρέφει αυτά».
Αδελφοί, «ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού», και θα είσθε αιωνίως κληρονόμοι, όχι μόνο της αδιαδόχου αυτής Βασιλείας του Θεού, δικαιωμένοι με την χάρη του, αλλά και τα παρόντα «προστεθήσεται υμίν». Εάν όμως δεν ζητείτε πρωτίστως την Βασιλείαν του Θεού και την αρετήν που πηγάζει από αυτόν, αλλά μόνον εκείνα που τρέφουν και θάλπουν το ρευστόν τούτο σώμα, ούτε αυτά θα λάβετε. Αλλά και αν τα λάβετε, θα είναι για μεγαλυτέραν ταλαιπωρίαν και του ιδίου του σώματος και καταδίκην και ζημίαν της ψυχής αιώνιον.
Αυτό έδειξε και εκείνος που ήκουσε από τον Αβραάμ ότι «απέλαβες τα αγαθά σου εν τη ζωή σου». Εζήτησαν κάποτε και οι Ιουδαίοι να φάγουν κρέας στην έρημο. Και ο Θεός τους έδωσε αναρίθμητον πλήθος ορτυγομήτρας, «και έφαγον και ενεπλήσθησαν σφόδρα, και την επιθυμίαν αυτών ήνεγκεν αυτοίς (την ικανοποίησε δηλαδή). Αλλά έτι της βρώσεως ούσης εν τω στόματι αυτών, οργή του Θεού ανέβη επ’ αυτούς, και απέκτεινεν εν τοις πλείοσιν αυτών, και τους εκλεκτούς του Ισραήλ συνεπόδισεν (τούς έριξε νεκρούς δηλαδή)». Γιατί η οργή του Θεού εφόνευσεν μεγάλο μέρος από το πλήθος; Ακριβώς επειδή εγόγγυζαν αφόβως εναντίον του Θεού και του κατά Θεόν προϊσταμένου των, και τους κατηγορούσαν. Και γιατί έριψε κάτω νεκρούς τους εκλεκτούς του Ισραήλ; Διότι δεν συγκρατούσαν το πλήθος από την ορμήν προς το χειρότερο. Τοιούτοι είναι όσοι εκβάλλονται από την ιεράν Εκκλησία και την Βασιλεία του Θεού, είτε στον παλαιόν είτε στον νέο λαό του Ισραήλ ανήκουν. Αυτό δεικνύει και ο Κύριος όταν λέγει στα Ευαγγέλια, «ελεύσονται από ανατολών και δυσμών και βορρά, και ανακλιθήσονται μετά Αβραάμ και Ισαάκ εν τη βασιλεία του Θεού, οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται έξω, εις το σκότος το εξώτερον». Ποίοι είναι λοιπόν οι υιοί της Βασιλείας που εκβάλλονται στο σκότος; Είναι εκείνοι που έχουν μεν την ομολογία της πίστεως, με τα έργα όμως αρνούνται τον Θεόν, και είναι βδελυκτοί ως απειθείς και αδόκιμοι για κάθε αγαθόν έργο.
Ποίοι είναι αυτοί που απολαμβάνουν μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ το Δείπνον της Βασιλείας των Ουρανών; Όσοι ακολουθούν με πίστιν ειλικρινή τον νόμο και την διδασκαλία του Πνεύματος, και αποδεικνύουν την πίστη με τα έργα τους.
Όποιος θέλει να συνταχθεί με αυτούς, και να απαλλαγεί από το σκότος το εξώτερον και να αξιωθεί του ανεσπέρου φωτός της Βασιλείας του Θεού και να συνδιαιωνίζει με τους αγίους που αναπαύονται στους ουρανούς, ας εκδυθεί τον παλαιόν άνθρωπο που φθείρεται με τις απατηλές επιθυμίες, δηλαδή μέθη, πορνεία, μοιχεία, ακαθαρσία, πλεονεξία, φιλαργυρία, μίσος, οργή, καταλαλιά και κάθε πονηρόν πάθος. Ας ενδυθεί δε με έργα «τον νέον άνθρωπον τον ανακαινούμενον κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν», μέσα στον οποίον υπάρχει αγάπη, φιλαδελφία, καθαρότης, εγκράτεια και κάθε είδος αρετής. Με τις αρετές αυτές ενοικίζεται μέσα μας ο Χριστός, και μας ειρηνοποιεί με τον εαυτόν του και μεταξύ μας «εις δόξαν εαυτού και του ανάρχου αυτού Πατρός και του συναϊδίου και ζωοποιού Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
(13ος – 14ος αιών – ΕΠΕ Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, τόμ. 11, σελ. 376. Από το βιβλίο “ Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 403 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=2097

Κυριακὴ ΙΑ΄Λουκᾶ ΜΑΣ ΚΑΛΕΙ Ο ΘΕΟΣ. ΠΩΣ;

Κυριακὴ ΙΑ΄Λουκᾶ
(Λκ. 14,16-24· Μθ. 22,14)

ΜΑΣ ΚΑΛΕΙ Ο ΘΕΟΣ. ΠΩΣ;

«Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωπός τις ἐ­ποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς»

ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Εἶνε μία παραβολή, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός μας. Ἡ παραβο­λὴ μοιάζει μὲ καρπό. Ὁ καρπὸς ἔχει δύο πράγμα­τα· φλοιὸ καὶ ψύχα. Σπᾷς τὸ τσῶφλι στὸ καρύδι καὶ τρῶς τὸν καρπό. Καὶ στὴν παραβολὴ φλοιὸς εἶνε οἱ λέξεις, οἱ εἰκόνες, τὰ παραδείγματα, ποὺ παίρ­νει ὁ Κύριος ἀπὸ τὴ φύσι καὶ τὴν καθημερινὴ ζωή. Πίσω ἀπ’ αὐτὰ κρύβονται ἀλήθειες μεγά­λες καὶ ὑψηλές. Ἂς δοῦμε τὶς πρῶτες λέξεις.

* * *

Λέει, ὅτι κάποιος «ἄνθρωπος ἐποίησε δεῖ­πνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς» (Λουκ. 14,16). Ποιός εἶνε αὐτός, ποιό εἶνε τὸ δεῖπνο, ποιούς προσκαλεῖ, καὶ πῶς τοὺς προσκαλεῖ;
«Ἄνθρωπος» δὲν εἶνε ἐδῶ ἕνας βασι­λεὺς ἢ ἡγεμών. Αὐτοί, ὅσο σπουδαῖοι κι ἂν εἶ­νε, μπροστὰ στὸν Κύριό μας, στὸ Θεὸ ποὺ εἶ­νε ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων, εἶνε ἕνα πε­λώριο μηδενικό. Ὁ Θεὸς παραθέτει τὸ δεῖπνο.
Ποιό εἶνε τὸ «μέγα δεῖπνον»; Δεῖπνο εἶνε τὰ ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθὰ ποὺ χαρί­ζει ὁ Θεός. Τὰ ὑλικὰ μικρά, τὰ πνευμα­τικὰ μεγάλα.
Ποιά εἶνε τὰ ὑλικὰ ἀ­γαθά; Εἶνε ὁ ἥλιος, ὁ ἀ­τμοσφαιρικὸς ἀέρας, τὸ ὀξυγόνο, τὸ νερό, οἱ τροφές. Μπορεῖ νὰ ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος χωρὶς αὐτά; Ἀ­δύνατον. Ποιός τὰ δίνει; Ὁ Θεός. Πόσο ἀχάριστοι εἴμεθα! Οἱ πρόγονοί μας εἶ­χαν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό· δὲν ἔτρωγαν ψω­μὶ χω­ρὶς προσευχή. Ἐμεῖς, τὴ μπου­κιὰ ἔχουμε στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστη­μᾶμε. Ἐκεῖνος παραθέτει «δεῖπνον μέγα». Αὐ­τὸ μεταφραζόμενο σημαίνει· κάθε μέρα στρώνει τραπέζι σὲ μικροὺς – μεγάλους· κ’ ἐμεῖς δὲ λέμε ἕνα εὐχαριστῶ.
Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ὑπάρχουν τὰ πνευματικὰ ἀγαθά. Τὰ ὑλικὰ κάπως τὰ αἰ­σθανόμεθα· τὰ πνευματικά; Ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις, τὸν πλοῦτο, τὰ με­γαλεῖα, τὴ δόξα καὶ ὅ,τι ἄλλο ἐπίγειο, ἰδέα δὲν ἔ­χουμε γιὰ τὰ πνευματικά ἀγαθά. Σ’ ἕνα μῦθο του ὁ Αἴσωπος λέει, ὅτι ἕνας πετεινὸς σκάλιζε τὸ χῶμα νὰ βρῇ κανένα σκουλήκι. Ἀντὶ σκουλήκι βρῆκε ἕνα διαμάντι, ἀλλὰ τὸ πέ­ταξε, τὸ περι­φρόνησε. Σκουλήκι ἤθελε, δὲν ἤθελε διαμάν­τι. Ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι· σκαλίζουν στὴν ὕλη, καὶ περιφρονοῦν τ’ ἀνεκτίμητα πνευματικὰ ἀγαθά.
⃝ Τέτοιο ἀγαθὸ εἶνε λ.χ. ἡ συγχώρησις τῶν ἁ­μαρτημάτων, ποὺ λαμβάνει ὁ ἄνθρωπος στὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἐσφαγμένου Ἀρνίου, διὰ τῆς θυσίας τοῦ Ἐσταυρωμένου. Μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου εἶνε Ἰορδάνης ποταμός, ποὺ πλένει τ’ ἁμαρτήματα ὅλου τοῦ κόσμου.
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ἡ χαρά, ποὺ δοκιμά­­ζει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἐξομολογηθῇ στὸν πνευ­ματι­κὸ πατέρα τ’ ἁμαρτήματά του εἰλικρινῶς. Ὅπως λέει ὁ Ντοστογιέφσκυ, ὁ προφήτης τῆς ῾Ρωσίας, ἐξωμο­λο­γή­­θηκα, καὶ παράδεισος φύτρωσε στὴν καρδιά μου! Πήγαινε, δοκίμασε, πὲς «Ἥ­­μαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου» (Λουκ. 15,21).
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ἡ προσευχή, ὅταν ἐσύ, τὸ σκουλήκι τῆς γῆς, γονατίζῃς καὶ μὲ τὸν πνευματικὸ αὐτὸ ἀσύρματο ἔρχεσαι σὲ ἐ­πικοινωνία μὲ τὸν οὐρανό. Εἶνε μεγάλη ἡ τι­μὴ νὰ συνομιλῇς μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα.
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε ὁ ἐκκλησιασμός, ὅ­ταν ὁ Χριστιανός, ὄχι ἀπὸ κάποια ὑποχρέωσι, ἀλλ’ ἀπὸ ψυχικὴ ἀνάγκη πηγαίνῃ στὴν ἐκ­κλησία καὶ παρακολουθῇ τὴ θεία λειτουργία. «Εὐ­­φράν­θην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμ. 121,1).
⃝ Πνευματικὸ ἀγαθὸ εἶνε τὸ φῶς ποὺ δέχεσαι ὅταν ἀκοῦς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ διαβά­ζῃς τὸ Εὐαγγέλιο. «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέ­λι τῷ στόματί μου» (Ψαλμ. 118,103). Τί νὰ τὸ κά­νῃς τὸ ὑ­λικὸ τραπέζι; Καὶ τὰ ζῷα τρῶνε σανὸ καὶ τὰ ὄρνεα κρέατα. Δὲν εἶνε κοράκι ὁ ἄν­θρω­πος, δὲν εἶνε μόνο ὕλη καὶ στομάχι· εἶνε καὶ ψυχή. Πέρα ἀπ’ τὶς ὑλι­κὲς ἀνάγκες ὑπάρχουν ἀνάγ­­κες πνευματικές.
⃝ Ὕψιστο πνευματικὸ ἀγαθὸ ἀπολαμβάνει ὁ πιστὸς ὅταν ἀξίως κοινωνῇ τὰ ἄχραντα μυστήρια, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον.
⃝ Ποιά γλῶσσα τέλος θὰ περιγράψῃ τὰ ἀ­γαθά, ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς κλη­ρονόμους τῆς αἰωνίου βασιλείας του, τὰ ἀγα­θὰ δηλαδὴ τοῦ παραδείσου; Ἂν εἶνε ὡραῖα τὰ ἄνθη, τὰ πουλιά, ἡ γῆ, ὁ ἥλιος…, φαντασθῆ­τε πόσο ὡραιότερος θὰ εἶνε ὁ ἄλλος ἐκεῖ­νος κόσμος, ποὺ ἀρχίζει μετὰ θάνατον. Ἐκεῖ ἀνέβηκε ὁ Παῦλος καὶ «ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. 12,4).

* * *

Ὑλικὰ λοιπὸν καὶ πνευματικὰ ἀγαθά. Αὐτὸ εἶνε τὸ δεῖπνο ποὺ παραθέτει ὁ Θεός. Καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ καλῇ ὅλους μας σ’ αὐτό. Πῶς μᾶς καλεῖ; Μὲ πολλοὺς καὶ ποικίλους τρόπους.
⃝ Πρῶτα-πρῶτα μὲ τὴ φωνὴ τῆς φύσεως. Ἕ­να μήνυμα ἔρχεται ἀπ᾽ ὅλη τὴν πλάσι, μικρὰ καὶ μεγάλα δημιουργήματα· «πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον» (Ψαλμ. 150,6). Βλέπεις τὸν ἥλιο; τί λέει; Μιλάει, μὲ ποιητικὴ γλῶσσα σοῦ λέει· Ἐγὼ εἶμαι μικρὸς ἥλιος, δὲν εἶμαι τίποτα, θὰ σβήσω. Πέρα ἀπὸ μένα ὑπάρχει ἕνας ἄλλος ἥλιος, ἀθάνατος καὶ αἰώνιος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ­ησοῦς Χριστός. Αὐτὸς δὲ θὰ σβήσῃ ποτέ. Εἶ­νε «ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης». Ἔχετε αὐτιά; ἀκοῦστε· «Ἡ γέννησίς σου, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡ­μῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσε­ως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης…» (ἀπολυτ. Χριστουγ.). Βλέπεις τοὺς ποταμούς, τὸν Ἀξιό, τὸν Ἁ­λιά­κμονα; τί λένε; Ἐμεῖς εἴμεθα μικροὶ ποταμοί· ὁ μεγάλος ποταμός, ποὺ ἀρδεύει τὴν ἀνθρωπότητα μὲ νερὸ ἀθάνατο, εἶνε ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Βλέπεις τὸ δέντρο; Κι αὐτὸ μιλάει καὶ σοῦ λέει· Ἐγὼ δίνω καρπό, τὰ φύλλα μου, τὸ ξύλο· ἐσύ, ἄνθρωπε, τί δίνεις; Ὁ Πλάτων εἶπε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε δέντρο ἀλλὰ μὲ ῥίζα στὸν οὐρανὸ καὶ κλαδιὰ στὴ γῆ. Ὅ­πως τὸ δέντρο δίνει καρπούς, ἔτσι κ’ ἐσύ. Τὸ εἶπε ὁ Κύριος· «Πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 7,19). Χριστιανός, ποὺ δὲ θέλει νὰ παρου­σιάσῃ ἔργα ἀγαθά, εἶνε δέντρο ἄκαρπο, γιὰ τσεκούρι καὶ φωτιά. Βλέπεις τὸ πρόβατο; Σὲ διδάσκει καὶ σοῦ λέει· Νὰ εἶσαι ἥμερος, πρᾶ­ος, ταπεινός, ὄχι ἄγριος σὰν τὸ λύκο… Ἀπ’ ὅ­λη τὴ φύσι ἀντηχεῖ ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ καλεῖ. Ὅποιος ἔχει λίγη πίστι τὴν ἀκούει.
⃝ Καλεῖ ὅμως ὁ Θεὸς καὶ μὲ μιὰ ἄλλη φωνή. Αὐτὴ ἔρχεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο σύμπαν, ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ πνευματικοῦ κόσμου τῆς ψυχῆς. Εἶ­νε ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως. Καὶ μόνο αὐτὴ φτάνει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ποιός δὲν τὴν ἄκουσε! Κάνεις τὸ κακό; Ἂς μὴν τὸ ξέ­­ρῃ κανείς· μέσα στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς ἀ­κοῦς τὴ φωνὴ ποὺ ἄκουσε καὶ ὁ Κάϊν· «Κάϊν Κάϊν, ποῦ εἶνε ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. 4,9). Καὶ μόνο ἡ φωνὴ αὐτὴ καταρρίπτει τὸν ὑλισμό· ἀ­ποδεικνύει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἄλλου γένους, οὐ­ρανίου, πλασμένος γιὰ τὸν οὐρανό.
⃝ Μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὶς φωνὲς τῆς φύσεως, μὲ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, μᾶς καλεῖ καὶ μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, ποὺ ἀκούγεται στὴν ἐκκλησία καὶ πολλοὺς ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια. Ὅπου κήρυγμα ἐκεῖ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ ζωή. Γι᾽ αὐτὸ σὲ ὁλοκληρωτικὲς χῶρες ἐπιτρέ­πουν λατρεία ἀλλὰ κήρυγμα ὄχι. Ὅπου ὑπάρχει κήρυγμα, διεγείρονται τὰ αἰσθήματα, δημιουργεῖται γενεὰ φοβουμένων τὸν Κύριον.
⃝ Καλεῖ ὁ Κύριος ἐπίσης διὰ τῆς ἀσθενείας. Ὅταν πέσῃς στὸ κρεβάτι καὶ πονῇς καὶ οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦν νὰ σοῦ προσφέρουν τίποτε, τότε κράζεις· Θεέ μου Θεέ μου!… Πολλοὶ τότε γνώρισαν τὸν Κύριο, στὴν ἀσθένεια.
⃝ Μᾶς καλεῖ ἀκόμη ὁ Κύριος καὶ μὲ τὸ θάνατο. Σὰν μαῦρο κοράκι πετάει κι ἁρπάζει τὸν ἄν­τρα ἢ τὴ γυναῖκα ἢ τὸ παιδί, καὶ τότε ἀκούγεται μιὰ φωνὴ ποὺ τὸν ἄλλο καιρὸ δὲν ἀκουγόταν· «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα μα­ταιότης» (Ἐκκλ. 1,2). Μηδὲν ὁ πλοῦτος, μηδὲν ἡ δόξα, μηδὲν τὰ μεγαλεῖα, μη­δὲν οἱ ἔρωτες, μη­δὲν οἱ γυναῖκες. Ἕνα μόνο ἀξίζει, ἡ αἰωνιότης!
⃝ Καλεῖ κάποτε ὁ Κύριος καὶ μὲ ὁράματα πνευ­ματικά. Ἔτσι κάλεσε τὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο ὅταν εἶδε στὸν οὐρα­νὸ τὸν τίμιο σταυρὸ καὶ τὸ «Ἐν τούτῳ νίκᾳ».

* * *

Μᾶς καλεῖ, ἀγαπητοί μου, ὁ Θεὸς «πολυμε­ρῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1,1). Κ’ ἐμεῖς; Κουφοὶ εἴμαστε καὶ δὲν ἀκοῦμε τὶς τόσες φωνές. Γιατί; Διότι δὲν ἔχουμε κεραία. Καὶ κεραία ποιά εἶ­νε; Εἶνε ἡ ἕκτη αἴσθησις, ἡ πίστις. Κεραῖες γέμισαν τὰ σπίτια, καὶ πιάνουν σταθμούς. Γήϊνα πράγματα, ψευτιές! Πέρα ἀπ’ αὐτὸ τὸν γήϊνο κόσμο, πάρε κεραία καὶ ἐπικοινώνησε μὲ τὸν οὐρανό. Καὶ θὰ δῇς, ὅτι αὐτὸ ποὺ λέω δὲν εἶνε ψέμα· εἶνε ἀλήθεια καὶ πραγματικότης. Ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει ὁ ἥλιος, τόσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει Χριστός· τὸν ὁ­ποῖον, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό της Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος 13-12-1987)

Ο Χριστός καλεί όλους στη Βασιλεία Του· ας πάμε κι εμείς. (Κυριακή ΙΑ΄Λουκά. Των Προπατόρων)

 




Ενδεκάτη Κυριακή του Λουκά σήμερα, αγαπητοί, ή αλλιώς Κυριακή των Προπατόρων. Δηλαδή, καθώς ανεβαίνουμε για τα άγια Χριστούγεννα η Εκκλησία, μας προετοιμάζει κατάλληλα και σοφά για τον εορτασμό της μεγάλης αυτής ημέρας. Γι’ αυτό σήμερα εορτάζει και πανηγυρίζει τους Προπάτορες του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και της Υπεραγίας Θεοτόκου. Προεξάρχει ο Πατριάρχης Αβραάμ, ο Γενάρχης και ο προπάππος του Χριστού μας.
Και το Ευαγγέλιο μας αναφέρει την παραβολή του Μεγάλου Δείπνου, που είναι η Βασιλεία του Χριστού, ο Παράδεισος και η αιώνια ζωή. Και εδώ ο Κύριος ομιλεί για κάποιον οικοδεσπότη, που είναι ο Θεός Πατέρας, που ετοίμασε μεγάλο δείπνο, δηλαδή βραδινό συμπόσιο, για όλη την οικουμένη. Και κάλεσε πολλούς· αρχικά τους άρχοντες και επισήμους των Ιουδαίων. Κι εκείνοι αρνήθηκαν να πάνε, με διάφορες προφάσεις: το χωράφι, τα βόδια, τη γυναίκα. Στο βάθος δεν είχαν όρεξη, δεν ήθελαν, αλλού ήταν η ψυχή τους και γι’ αυτό αρνήθηκαν.
Και στο τέλος σταύρωσαν και τον Κύριο, το δούλο του Θεού τον Μεγάλο, που τους κάλεσε.
Και στη συνέχεια έγινε αναφορά στο αφεντικό, ότι δεν έρχονται οι επίσημοι. Και ο Κύριος είπε στο δούλο Του, στο Χριστό μας —αφού έλαβε δούλου μορφή Εκείνος— να πάει στις πλατείες και στα στενοδρόμια της πόλεως, κι όσους βρει εκεί φτωχούς, ανάπηρους και σακάτηδες να τους καλέσει. Αυτοί είναι ο λαός των Ιουδαίων, ο απλός κοσμάκης, ο οποίος είχε μέσα του κάτι καλό. Γι’ αυτό και βλέπουμε και κατά την Πεντηκοστή και μετέπειτα να προσέρχονται στην Εκκλησία αναρίθμητοι Ιουδαίοι. Άλλωστε και ο λαός στα χρόνια του Χριστού κρεμόταν απ’ τα χείλη Του και Τον λάτρευε και Του φώναζε, όταν ήταν ανεπηρέαστος, τα «ωσαννά» του.
Και πήγε πάλι ο δούλος στον Αφέντη και Του λέει: «Έγινε όπως με διέταξες, κι υπάρχει ακόμη τόπος». «Τότε, του λέει, έβγα έξω από την πόλη, έξω από το Ισραήλ, και πήγαινε στα έθνη. Κι εκεί κάλεσε όλους, και προσπάθησε να τους πεις να μπούνε, διότι όχι ότι δεν θέλουν, —αυτό περιμένουν— αλλά διστάζουν, κρίνοντας τους εαυτούς των αναξίους».
Και πήγε και τους κάλεσε, και μπήκαν τα έθνη στην Εκκλησία. Κι ο οικοδεσπότης, ο Θεός Πατέρας, στενοχωρήθηκε που δεν ήρθαν οι επίσημοι Ιουδαίοι. Κι είπε πως κανένας απ’ αυτούς δεν θα γευθεί από το Δείπνο.
Εμείς, ως χριστιανοί ορθόδοξοι, είμαστε στην Εκκλησία του Χριστού. Μεγάλη τιμή και μεγάλο προνόμιο και μεγάλη χαρά για μας. Στα τελευταία χρόνια γίνεται ένας αγώνας να μας βγάλουν απ’ αυτή την ομορφιά. Ας την κρατήσομε μ’ όλη μας την ψυχή· θα τη χρειαστούμε κι εμείς, θα τη χρειαστούν και τα παιδιά μας, αλλά και θα τιμήσομε τους Προπάτορες και ιδιαίτερα το Χριστό μας και Θεό μας, που μας κάλεσε στην αγία Του Εκκλησία. Ας μην αποδειχθούμε ανάξιοι, γιατί πολλοί θα είναι οι καλεσμένοι αλλά λίγοι οι εκλεκτοί. Η χάρη Του ας μας αξιώσει να είμαστε με τους εκλεκτούς.

(Αρχ. Ανανία Κουστένη, «Το Κήρυγμα της Κυριακής», τ. Α΄, εκδ. Αρμός)

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα καὶ οἰκονομικὴ κρίση

 

Ἡ οἰκονομικὴ κρίση, ποῦ μαστίζει τὴν Πατρίδα μας, ἔχει ἐπηρεάσει τὴ ζωὴ ὅλων μας. Ἄλλος λιγότερο καὶ ἄλλος περισσότερο αἰσθάνεται τὶς ὀδυνηρὲς ἐπιπτώσεις της. Ἐξ αἰτίας τῆς κρίσεως, τὶς ἥμερες αὐτὲς πρὸ τῶν Χριστουγέννων οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀντὶ νὰ αἰσθάνονται χαρά, εἰρήνη καὶ εὐτυχία γιὰ τὰ μεγάλα καὶ χαρμόσυνα γεγονότα τοῦ ἁγίου Δωδεκαημέρου, ποῦ πλησιάζουν, αἰσθάνονται κατάθλιψη, ἀνασφάλεια, ἀνησυχία, μελαγχολία, ἀπόγνωση. Χιλιάδες συνάνθρωποι μᾶς εἶναι ἄνεργοι, πολλοὶ ἔβαλαν λουκέτο στὰ καταστήματά τους, ἄλλοι ἀδυνατοῦν νὰ πληρώσουν τὸ ἐνοίκιό τους, ἄλλοι ἔχασαν σὲ πλειστηριασμὸ τὸ σπίτι τους, ἄλλων κατάσχεσε ἢ τράπεζα τὸ αὐτοκίνητό τους, ἄλλοι στεροῦνται ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως καὶ δὲν μποροῦν ν' ἀγοράσουν τὰ φάρμακά τους καὶ ἄλλοι (δυστυχῶς συμβαίνει καὶ αὐτὸ) φεύγουν μετανάστες στὸ Ἐξωτερικό. Πῶς νὰ μιλήσει κανεὶς στοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς γιὰ Χριστούγεννα; Μὲ τί διάθεση θ' ἀκούσουν γιὰ τὰ πνευματικά, ὅταν στεροῦνται τὰ ὑλικὰ καὶ ἀγωνιοῦν καὶ στενάζουν γιὰ τὰ βιωτικά;
Καὶ ὅμως, ἴσως αὐτὴ νὰ εἶναι ἢ πιὸ κατάλληλη στιγμή. Διότι ὅσο ἐπικρατοῦσε εὐημερία, καλοπέραση καὶ εὐδαιμονισμὸς καὶ oι ἄνθρωποι ζοῦσαν μέσα στὶς ἡδονὲς καὶ διασκεδάσεις, τὶς χαρτοπαιξίες, τὰ καζίνα καὶ τὰ ρεβεγιόν, οἱ καρδιὲς ἦταν σκληρὲς καὶ οἱ ψυχὲς ὁμοίαζαν μὲ χωράφια ἄγονα, χέρσα καὶ ἐγκαταλελειμμένα ἀπὸ...
τοὺς ἰδιοκτῆτες τους. Τώρα ὅμως, ποῦ τὸ ἀλέτρι τῆς θείας Προνοίας μέσω τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως τὶς ὄργωσε βαθιά, καὶ τὰ δάκρυα ποτίζουν καὶ μαλακώνουν τὸ χῶμα, τώρα τὸ ἔδαφος εἶναι πλέον ἕτοιμο νὰ δεχθεῖ τὸν θεῖο σπόρο καὶ νὰ καρποφορήσει.

Μήπως ἄλλωστε αὐτὸς δὲν εἶναι καὶ ὁ κυριότερος λόγος, γιὰ τὸν ὅποιον ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τὶς διάφορες θλίψεις καὶ δοκιμασίες στὴ ζωή μας;
«Ο ΣΤΑΥΡΟΣ»Δεκέμβριος 2010

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Εις την εορτή του Αγίου Νικολάου -Μητρόπολη Λευκάδος και Ιθάκης





᾿Αδελφοί μου χριστιανοί,

Σήμερα συμπίπτει ἡ ῾Εορτή τοῦ Μεγάλου ῾Αγίου τῆς ᾿Εκκλησίας, τοῦ ῾Αγίου Νικολάου τοῦ Θαυματουργοῦ, καί θά ἀφιερώσωμεν τό Κήρυγμα εἰς τήν ἱεράν Μνήμην του.

῾Οσοιδήποτε ὕμνοι καί ἄν ἀφιερωθοῦν πρός τόν ἑορταζόμενον μέγαν ῾Ιεράρχην, πρός τόν ᾿Επίσκοπον τῶν Μύρων τῆς Λυκίας, τόν ῞Αγιον Νικόλαον τόν θαυματουργόν, δέν θά ἦταν ἱκανοί νά ὑμνήσουν τόν Μεγάλον αὐτόν ῞Αγιον τῆς ᾿Εκκλησίας. Εἶναι ὁ ῞Αγιος τῶν πτωχῶν,ὁ ῞Αγιος τῆς ᾿Αγάπης, ὁ ῞Αγιος τῶν θαλασσῶν καί τῶν ναυτικῶν. Εἶναι ὁ θαυματουργός ῞Αγιος Νικόλαος. Τό Τροπάριον του ἀποδίδει ὅλην τήν Μαρτυρίαν του.

«Κανόνα πίστεως καί εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διά τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τά ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τά πλούσια».

Δέν πρέπει ποτέ νά λησμονοῦμε, ὅτι τόν ἄνθρωπον τόν βαρύνουν ὡρισμένα καθήκοντα, τῶν ὁποίων ἡ τήρησις ἐπιβάλλεται, ἐάν πρόκειται νά εἶναι ἠθική προσωπικότητα, καί νά ζῆ πάντοτε μέ συνέπεια πρός τίς ὑποχρεώσεις του. Τά καθήκοντα αὐτά διακρίνονται συνήθως σέ καθήκοντα πρός τόν Θεόν, πρός τόν πλησίον, πρός τόν ἑαυτόν μας. ᾿Ακριβῶς δέ τό ἐγκώμιον τοῦ ῾Αγίου Νικολάου μᾶς παρουσιάζει τίς τρεῖς αὐτές ὄψεις τῶν καθηκόντων σέ ἐφαρμογή εἰς τήν ζωή τοῦ ῾Αγίου. Καί σέ σχέση μέν πρός τά καθήκοντα πρός τόν Θεόν, τόν παρουσιάζει ὡς «κανόνα πίστεως», ὡς ἄνθρωπο δηλαδή, ὁ ὁποῖος ὑποδειγματικότατα πιστεύει εἰς τόν Θεόν καί εἶναι ἀξιομίμητος, διότι ἡ πίστις του εἶναι τό κίνητρο τῆς ζωῆς του. ῾Ως πρός τά καθήκοντα δέ πρός τόν πλησίον, τόν παρουσιάζει ἀφ᾿ ἑνός μέν ὡς ἄνθρωπον πρᾶον καί «εἰκόνα πραότητος», ἐφ᾿ ἑτέρου δέ πλήρη στοργῆς καί ἀγάπης, φθάνοντας σέ πράξεις ἀλληλεγγύνης καί ἀγαθοεργίας, μέχρι τῆς ἰδικῆς του ἠθελημένης πτωχείας, γιά νά ἀπολαύση «τῇ πτωχείᾳ τά πλούσια» καί τά αἰώνια ἀγαθά. Καί ὡς πρός τά καθήκοντα πρός τόν ἑαυτόν του, τέλος, τόν παρουσιάζει ὡς ἐγκρατῆ καί «ἐγκρατείας διδάσκαλον», καί ὡς ἄνθρωπον ταπεινόν, ὁ ὁποῖος πιστέυει ἀπόλυτα, ὅτι θά ἀποκτήση «τῇ ταπεινώσει τά ὑψηλά». Εἶναι πολύ ὠφέλιμο νά ἐμπνευσθοῦμε ἀπό τό παράδειγμα του καί νά γνωρίσουμε αὐτές τίς τρεῖς πλευρές τῶν καθηκόντων μας καί νά θελήσουμε νά τίς θέσουμε σέ ἐφαρμογή καί ἐκτέλεση.

᾿Αδελφοί μου! Δέν πρέπει οἱ ἄνθρωποι νά λησμονοῦν ποτέ τόν Θεόν. ᾿Οφείλουμε νά αἰσθανώμεθα, ὅτι ἐξαρτώμεθα ὁπωσδήποτε ἀπό τόν Θεόν καί νά πιστεύουμε ὁλόψυχα σ᾿ Αὐτόν. ῾Η πίστη θά εἶναι ἡ γέφυρα πού θά μᾶς συνδέη μέ τόν Θεόν. ῾Η σκέψη δέ τῆς ἐξαρτήσεως ἀπό τόν Θεόν, ὅπως θά φωτίζεται ἀπό τήν χριστιανική πίστη, θά ἀποτελέση γιά τήν ζωή μας ἕνα πολύτιμο κεφάλαιο. ῾Ο ἄπιστος ἄνθρωπος εἶναι συνήθως ὁ ἀπελπισμένος καί ἀποτυχημένος στή ζωή.

᾿Από τήν ἄποψη αὐτή εἶναι ὄντως ὑπογραμμός ὁ ῞Αγιος Νικόλαος, τόν ὁποῖον δικαίως ὀνομάζουμε «κανόνα πίστεως». ῎Εδειξε ἔμπρακτα τήν δύναμη τῆς πίστεως. Καί προτοῦ νά γίνη κληρικός, ἡ πίστη του ἦταν τόσο γνωστή, ὥστε ὅταν χρειάσθηκε πρόσωπο εὐσεβές καί ἐνάρετο, διά νά γίνη ἱερεύς στήν πατρίδα του, ὁ λαός ἐζήτησε ἐπίμονα τόν ῞Αγιον Νικόλαον ὡς ἱερέα του. Καί ὅταν ἀργότερα ἔλαβε τήν ποιμαντορική ράβδο τοῦ ᾿Επισκόπου τῶν Μύρων τῆς Λυκίας, διά νά καθοδηγήση πνευματικά τό ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, ἡ πίστις του ἦταν τόσο θερμή, ὥστε ἔγινε, ἀπέναντι στούς αἱρετικούς ᾿Αρειανούς, φραγμός καί ἔλεγχος καί ἐμπόδιο. ῎Ελαβε δέ μέρος καί εἰς τήν Α' Οἰκουμενική Σύνοδο. Καί ἦτο ὁ ᾿Επίσκοπος Νικόλαος, ἄνθρωπος ὄχι μέ πολλά γράμματα, ἀλλά μέ ζωντανή πίστη, ἀνεδείχθη ἀξιόλογος ὑποστηρικτής τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, μέ τόν ζῆλο καί τήν ἀφοσίωση του στήν ᾿Ορθοδοξία. Πῶς λοιπόν νά μή ὀνομασθῆ «κανών πίστεως»;

᾿Αλλά, καθήκοντα δέν ἔχουμε μόνον πρός τόν Θεόν. ῎Εχουμε καί πρός τούς συνανθρώπους μας, μέ τούς ὁποίους οἱ σχέσεις μας πρέπει νά ρυθμίζωνται σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Κυρίου. Διά τοῦτο πάλι εἶναι ἄξιος μιμήσεως ὁ ῞Αγιος Νικόλαος, ὡς «εἰκών τῆς πραότητος» καί ὡς ἔχων ἀνεπτυγμένο τό ὑγιές φρόνημα. ῎Ανθρωπος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει νά χαλιναγωγῆ τά νεῦρα του, νά μένη πρᾶος καί νά ἀντιτάσση τήν γλυκύτητα καί τήν καλωσύνη στούς θυμούς καί τά νεῦρα τῶν ἄλλων, εἶναι χριστιανός ἀληθινός καί γεμᾶτος ἀγάπη πρός τόν πλησίον, ὅπως ὑπῆρξε ὁ ῞Αγιος Νικόλαος, «ἐγκρατείας διδάσκαλος».

Αὐτή δέ ἡ καλωσύνη του δέν ἦταν ἁπλῶς ζήτημα χαρακτῆρος, ἀλλά κάτι, τό ὁποῖο ἐπήγαζε ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς του. ῾Η ἀγάπη του διέθετε εὐμενῶς πρός ὅλους. Εἶχε ὡς σύνθημα τά λόγια τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου «ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ» (᾿Εφεσ. δ' 2), καί κατώρθωνε πάντοτε νά εἶναι πρᾶος καί μακρόθυμος, ἀληθινή εἰκόνα τῆς πραότητος. Καί ἡ ἀγάπη του πάλι ἐξεδηλώνετο εὐεργετικά πρός τόν πλησίον. ῾Ο ῾Ιεράρχης Νικόλαος, ὁ ὁποῖος ἦταν πλούσιος, διότι ἐκληρονόμησε μεγάλη περιουσία ἀπό τούς πλουσίους γονεῖς του, ἐσκόρπισε τόν πλοῦτον του στούς πτωχούς, διότι ἤξερε, ὅτι αὐτή ἡ ἑκούσια πτώχεια κερδίζει πλούσια ἀνταλλάγματα καί εὐλογίες ἀπό τόν Θεόν.

Τέλος, ὁ ῞Αγιος Νικόλαος, ἤξευρε νά στρέφεται μέ χριστιανικό ζῆλο καί πρός τόν ἑαυτόν του. Διότι συνήθως τό λησμονοῦμε αὐτό. ῾Ο ῞Αγιος Νικόλαος, ὁ ὁποῖος διέλαμπε μέ τόσα χαρίσματα, ἔμενε ἐν τούτοις ταπεινός. ῎Ηξερε, ὅτι «τῇ ταπεινώσει» ἀποκτῶνται «τά ὑψηλά», καί δέν λησμονοῦσε, ὅτι «ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται».

᾿Ιδού λοιπόν τί σημαίνει ἁγιότητα. Αὐτή δέ ἡ ἁγιότητα εἶναι μέν κάτι τό πολύ ὑψηλό, κάτι τό οὐράνιο, ἀλλά ὄχι καί ἄφθαστο καί ἀκατόρθωτο γιά τόν ἄνθρωπον. ῎Ανθρωπος ὅμοιος μέ ἡμᾶς ἦταν καί ὁ ἑορταζόμενος ῾Ιεράρχης. Διά τοῦτο, κατά μίμησιν τοῦ ῾Αγίου Νικολάου, ἄς στρέψουμε καί ἡμεῖς τήν προσοχή μας στήν ἐκτέλεση τῶν καθηκόντων μας πρός τόν Θεόν, πρός τόν πλησίον καί πρός τόν ἑαυτόν μας. Καί ἡ πλήρης προσήλωση στό χριστιανικό μας καθῆκον «ἐν παντί» θά δημιουργήση τήν ὡλοκληρωμένη χριστιανική προσωπικότητα καί θά μᾶς ἀνεβάση σέ ὕψος μέγα, ἀνάλογο τοῦ ἑορταζομένου ῾Αγίου Πατρός, διά τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου, τοῦ ἐνδοξαζομένου ἐν τοῖς ῾Αγίοις Αὐτοῦ. ᾿Αμήν

Άγιος Σάββας ο αγιασμένος. (5 Δεκεμβρίου)


Γιορτάζει ένας πολύ, πάρα πολύ μεγάλος άγιος. Ο άγιος Σάβ­βας ο αγιασμένος. Σπλάχνο της Καππαδοκίας. Της ελληνικότατης και χριστιανικότατης Καππαδοκίας, που έβγαλε τόσους και βγάζει μέχρι σήμερα. Και με τούς κρυπτοχριστιανούς που έχει εκεί, θα δείτε κάποια μέρα, θα θαυμάσομε πράγματα και θαύματα. Πόσοι χριστιανοί κρύβονται εκεί και λατρεύουν τον Χριστό νύχτα και μέρα! Μυστικά! εν κρύπτω! Τί ωραία! Εγεννήθη εκεί ο άγιος τον 4ο αιώνα. 431. Αγιασμένος εκ κοιλίας μητρός. Σε ηλικία 8 ετών πήγε στο μοναστήρι των Φλαβιανών, εκεί κοντά, και έμεινε μέχρι 18 ετών, που έμαθε όλα τα γράμματα, το Ψαλτήρι απ’ έξω, και απέκτησε μεγάλη χάρη και φήμη. Ήθελαν όλοι να τον φάνε απ’ τη χαρά κι απ’ την αγάπη τους! Τόσο σπουδαίος ήταν. Δεκαοκτώ χρονών παιδάκι και καλογηροπαιδάκι.
Και τί έκανε; Έφυγε. Πήγε στην αγία πόλη της Ιερουσαλήμ, προσκύνησε τους Αγίους Τόπους κι ύστερα πήγε στην έρημο της Ανατολής. Στον άγιο Ευθύμιο τον μεγάλο, εκείνος τον έστειλε στον άγιο Θεόκτιστο, και έμεινε εκεί αρκετά χρόνια, ασκήθηκε πολύ, κι ανέβηκε ψηλά. Έλαμψε το πρόσωπό του. Η χάρη του Θεού τον είχε από κοντά. Κι υστέρα πήγαινε και στην έρημο και προσευχόταν κι αγωνιζόταν κι αργότερα έφτιαξε και τη μονή, που προαναφέραμε, τη μονή του αγίου Σάββα, την περίφημη, που είναι κοντά στην Ιερουσαλήμ, απέκτησε πολλούς, αναρίθμητους μοναχούς, πήγε και σ’ άλλα μέρη, και τί; Κάθε μέρα φρόντιζε την ψυχή του. Κι έλεγε: «Δεν είμαι τίποτα, Θεέ μου.» Ήταν πολύ ταπεινός και τον ονόμασαν και παιδαριογέροντα. Παιδάκι με φρόνηση Γέροντος. Λοιπόν.
Και φρόντιζε την ψυχή του και έλαμψε τόσο πολύ από τη θεία Χάρη κι ανέβαινε, όλο κι ανέβαινε κάθε μέρα στην αγιοσύνη. Γι’ αυτό κι ονομάσθηκε και αγιασμένος. Αγιασμένος. Από παιδάκι, μέχρι που εκοιμήθη, αγωνιζόταν να γίνει και πιο άγιος κατά το «άγιοι γίνεσθε». Τί ωραίο! Και σκοπός του βίου, κι εκείνου και ο δικός μας, ήταν ο αγιασμός. Και πήρε χάρη περισσή ο άγιος Σάββας και τί έκανε; Θαύματα μεγάλα. Έβγαζε δαιμόνια. Θεράπευε αρρώστους. Θεράπευε καρκίνους. Γι’ αυτό και το Αντικαρκινικό Ινστιτούτο των Αθηνών έχει το όνομά του. Έβγαζε από τις ξερές πέτρες και τις ερημιές νεράκι δροσερό, πήγε δύο φορές στην Ιερουσαλήμ ως πρέσβης για κάποιες σοβαρές υποθέσεις της περιοχής του στους αυτοκράτορες Αναστάσιο τον Α΄ και Ιουστινιανό τον Μέγα, τον Α΄, και τα κατάφερε θαυμάσια.
Αλλά ήλθαν και τα χιόνια στα βουνά, και στα 532, πλήρης ήμερων και πάλλευκος και αγιασμένος εις το έπακρον, έκοιμήθη στα 532, στις 5 Δεκεμβρίου. Τον έκλαψαν, τον θρήνησαν, τους έλειψε, άλλα εκείνος, τότε, ήταν περισσότερο κοντά τους. Καθώς βγήκε απ’ τα δεσμά της σάρκας, ήταν πλέον ελεύθερος. Και πρώτα ήταν ελεύθερος, αλλά ελεύθερος πολιορκημένος απ’ το σώμα κι απ’ τα βάσανα του βίου. Τώρα που βγήκε, ήταν ελεύθερος να τρέχει παντού. Και τρέχει ο άγιος Σάββας, καθώς και οι άγιοι όλοι, και φροντίζει την οικουμένη.
Ετάφη το λείψανό του στη μονή του, το πήραν αργότερα οι Βενετοί, το πήγαν στην Ιταλία, και στα 1965 το επανέφεραν οι πατέρες στη μονή του κι είναι εκεί τώρα, πλήρης χάριτος και κάνει μεγάλα θαύματα. Και πάλι είμαστε τυχεροί, που έχουμε τόσους αγίους, που μας περιβάλλουν και μας φροντίζουν. Τους ευχαριστούμε κι ευχαριστούμε τον Κύριο κι ας κάνουμε κι εμείς προσπάθεια, όσο γίνεται, να τους μιμούμεθα. Και τότε χαίρονται και μας βοηθάνε παραπάνω.

(Αρχ. Ανανία Κουστένη, «Χειμερινό Συναξάρι», εκδ. Ακτή

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Εὐαγγέλιον 10ης κυριακῆς Λουκᾶ Θρησκευτικὴ ὑποκρισία

Εὐαγγέλιον 10ης κυριακῆς Λουκᾶ
Θρησκευτικὴ ὑποκρισία
Κυρ. I΄ Λουκᾶ (Λκ 13,10-17)
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶχε πεῖ ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο, ὄχι γιὰ νὰ καταργήσει τὸ μωσαϊκὸ νόμο καὶ τοὺς προφῆτες, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς συμπληρώσει. Τὴ νομοθεσία ὅμως γιὰ τὸ σάββατο τὴν κατήργησε καὶ τὴν ἀντικατέστησε μὲ τὴν κυριακή, τὴν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεώς του. Ἕνα πρῶτο πλῆγμα κατὰ τῆς ἀργίας τοῦ σαββάτου βλέπουμε νὰ ἐπιφέρει στὸ εὐαγγέλιο τῆς I΄ κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ.
Ὁ Ἰησοῦς δίδασκε τὸ σάββατο ἐκεῖνο στὴ συναγωγή, μία αἴθουσα σὲ στὺλ περίπου σημερινοῦ ναοῦ, ὅπου συνάζονταν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ διάβαζαν τὸ νόμο ἢ τὶς προφητεῖες. Ἦταν ἀκόμη ἀρχὴ τῆς κηρυκτικῆς του δραστη­ριότητος, καὶ οἱ ἁρμόδιοι τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ μπαίνει καὶ νὰ διδάσκει. Ἀρ­γότερα θὰ τὸν πετάξουν ἔξω. Προφανῶς τὴν ὥρα ποὺ δίδασκε, παρα­τήρησε στὸ ἀκροατήριο νὰ στέκεται μία γυναῖκα, ποὺ ἀπὸ συνέργεια ἀκα­θάρτου δαιμονικοῦ πνεύματος ἔπασχε ἀπὸ μία ἀσθένεια δεκαοχτὼ χρόνια. Συγκεκριμένως εἶχε κυρτωθεῖ ἡ σπονδυλική της στήλη τόσο, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ὀρθώσει τὸ σῶμα της καὶ τὸ κεφάλι της.
Ὅταν τὴν εἶδε, τὴν πόνεσε, καὶ ἀφοῦ διέκοψε τὴ διδασκαλία γιὰ λίγα λεπτὰ τῆς ὥρας, στράφηκε εὐγενικὰ πρὸς τὸ μέρος της καὶ τῆς εἶπε· Γυναίκα, ἀπὸ τὴ στιγμὴ αὐτὴ εἶσαι ἐλεύθερη ἀπὸ τὴν ἀσθένειά σου. Καὶ βάζοντας πάνω της τὰ χέρια του, ὄρθωσε ἐκείνη τὸ σῶμα της καὶ δόξαζε τὸ Θεὸ γιὰ τὴ θεραπεία της.
Μὲ τὴν ἐνέργεια αὐτὴ ὁ Ἰησοῦς κέρδισε τὴν ἐμπιστοσύνη καὶ τὸ θαυ­μασμὸ ὅλων ὅσοι ἦταν μέσα στὴ συναγωγή. Ἡ ἐνέργεια ἔδειξε πολλά. Ἔ­δειξε ὅτι δὲν λέει μόνο ὑπέροχα λόγια, ἀλλὰ κάνει καὶ θαυμαστὰ ἔργα, ὅτι ἔχει μόνος αὐτὸς τὴ δύναμη νὰ κάνει τέτοια ἔργα, ὅτι συμπονάει τὸ συν­άν­θρωπο, ὅτι μπροστὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο δὲν λογαριάζει τὴν ἀργία τοῦ σαβ­βάτου οὔτε τὶς τυχὸν ἀντιδράσεις τῶν θρησκευτικῶν ἀρχόντων, ὅτι εἶ­ναι ὁ ἁρμόδιος καὶ ὁ μοναδικὸς νομοθέτης ποὺ μπορεῖ νὰ δίνει ἄλλη χροιὰ στὸ σάββατο, χροιὰ ἀγάπης καὶ συμπόνιας, ἢ καὶ νὰ καταργεῖ τὴν ἀργία του, ποὺ εἶχε ἐκπληρώσει πιὰ τὸν προορισμό της. ῞Ολ’ αὐτὰ τὰ κατάλαβαν οἱ παριστάμενοι καὶ θαύμασαν τὸν Ἰησοῦ καὶ χάρηκαν γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ταλαίπωρης γυναίκας.
Δὲν χάρηκε μόνο ὁ ἀρχισυνάγωγος. Ἀλλὰ καὶ ἀγανάχτησε, ὁ ὑπερευαί­σθητος, διότι ἔγινε ἡ θεραπεία ἡμέρα σάββατο. Καὶ ἀποτάνθηκε στὸ λαὸ καὶ εἶπε· Ἔξι μέρες τὴν ἑβδομάδα μποροῦμε νὰ ἐργαζόμαστε. Σ’ αὐτὲς νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ θεραπεύεστε, καὶ ὄχι τὴν ἡμέρα τοῦ σαββάτου.
Ἀλήθεια, ποιός θὰ τοὺς θεράπευε; Ὁ ἀρχισυνάγωγος; Ὄχι, βέβαια· σί­γουρα ἐννοοῦσε ὅτι θὰ τοὺς θεράπευε ὁ Χριστός. Ὡραία, ἀλλὰ τὸν ρώτησε, ἂν ὁ Χριστὸς θὰ εἶναι τὶς ἄλλες μέρες τῆς ἑβδομάδος στὴ συναγωγή; Πῶς μίλησε ἐκ μέρους του; ὡς ἐκπρόσωπός του; Καὶ πότε τὸν ἔχρισε ὁ Χριστὸς ἐκπρόσωπό του; Κι ἔπειτα, πῶς λέει στὸ λαὸ νὰ πηγαίνουν τὶς ἄλλες μέρες πλὴν σαββάτου, ἀφοῦ ἡ συναγωγὴ ἦταν ἀνοιχτὴ μόνο τὸ σάββατο;
Στὰ λόγια τοῦ ἀρχισυναγώγου κρύβεται ἕνας κίβδηλος σεβασμὸς στὴν ἀργία τοῦ σαββάτου καὶ ἕνας ἀσυγκράτητος φθόνος κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, γιατὶ αὐτὸς καὶ οἱ ὅμοιοί του δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν τέτοια θαυμαστὰ πράγ­ματα, οὔτε νὰ ποῦν τέτοια αὐθεντικὰ λόγια. Μπροστά του ἦταν νᾶνοι. Δὲν μποροῦσαν ν’ ἀνεχθοῦν τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Κρύβεται ἀκόμη στὰ λόγια του καὶ μία πέτρινη σκληρότητα πρὸς τὸν πάσχοντα συνάνθρωπο.
Βέβαια δὲν τόλμησε ν’ ἀντιλέξει στὸ Χριστό, ὁ γενναῖος. Ἀλλὰ τὰ ἔλε­γε στὸ λαό, γιὰ νὰ τ’ ἀκούσει ἐκεῖνος. Ἔνδειξη καὶ αὐτὸ τῆς σκολιότητος τοῦ χαρακτῆρος του. Χρησιμοποίησε δὲ καὶ ἕνα λεκτικὸ τρύκ, διότι δὲν εἶ­ναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα τὰ δύο αὐτά, ἐργασία καὶ θεραπεία. Ἡ ἐργασία δὲν ἔχει ἐπείγοντα χαρακτῆρα. Μπορεῖ κάποιος ν’ ἀναβάλει τὴν ἐργασία του καὶ μία καὶ δύο καὶ περισσότερες μέρες. Τὴ θεραπεία ὅμως δὲν τὴν ἀνα­βάλλει ὁ ἄρρωστος οὔτε λεπτό, ὅταν μάλιστα βρίσκει τὸ θεραπευτή του, κι ὅταν μάλιστα τὸν προσκαλεῖ ὁ ἴδιος ὁ θεραπευτής.
Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ Κύριος δὲν τὸν ἄφησε ἀναπάντητο, ἀλλὰ τὸν ἀποστόμωσε. Τοῦ λέει· Εἶσαι ὑποκριτής. Δείχνεις μὲν νὰ σέβεσαι τὴν ἀργία τοῦ σαββάτου, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα τὸ ὑποτιμᾶς. Διότι μὲ τὶς ἀλλο­πρόσαλλες καὶ γελοῖες ἑρμηνεῖες, ποὺ δίνετε στὸ νόμο καὶ σὺ καὶ οἱ ὅμοιοί σου γραμματεῖς, ἐπιτρέπετε τὸ σάββατο στὸν καθένα νὰ ὁδηγήσει τὸ βόδι του ἢ τὸ γαϊδούρι του στὴ στέρνα γιὰ νὰ τὸ ποτίσει. Καὶ αὐτὴ ἐδῶ ἡ γυ­ναῖκα, κόρη τοῦ προπάτορος Ἀβραάμ, δεμένη 18 χρόνια ἀπὸ τὸ σατανᾶ μὲ τὴ βαριὰ ἀρρώστια, δὲν ἔπρεπε, κατὰ τὴ γνώμη σου, νὰ λυθεῖ τὴν ἡμέρα τοῦ σαββάτου; Σὰ νὰ τοῦ ἔλεγε· Πιὸ πολλὴ ἀξία ἔχει τὸ ζῷο ἀπὸ τὴ γυ­ναῖκα; Ἔτσι τιμᾶς τὸ Σάββατο; Δὲν ντρέπεσαι ποὺ μᾶς κάνεις καὶ τὸ θεο­σεβῆ;
Ἡ μετωπικὴ αὐτὴ ἐπίθεση τοῦ Ἰησοῦ κατὰ τοῦ ὑπευθύνου της συνα­γωγῆς καὶ τῶν ὁμοίων του, ποὺ ἦταν ἐκεῖ, τοὺς καταντροπίασε, ἐνῷ ὁ λαὸς χαιρόταν γιὰ ὅλα τὰ ἄξια τιμῆς καὶ ἐπαίνων, ποὺ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, φιμώ­νοντας τοὺς ψευδοευλαβεῖς.
Μέσα στὸ χῶρο τῶν θρησκευομένων ὑπάρχει καὶ σήμερα μπόλικη ὑπο­κρισία καὶ ἄφθονος θρησκευτικὸς ταρτουφισμός, παρ’ ὅλο ποὺ πέρασαν 2.000 χρόνια ἀπὸ τὸ ριζοσπαστικὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ. Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ αὐτοὶ τὰ θεωροῦν τιποτένια, καὶ τὰ ἀνθρώπινα, δηλαδὴ τὰ δικά τους, τὰ καμώματά τους, τὰ θεωροῦν θρησκεία (= ἐθελοθρησκεία). Καὶ αὐτοχρίζονται εὐλαβεῖς, θεοφοβούμενοι, ὀρθόδοξοι. Κατασκευάζουν θρησκεία στὰ μέτρα τους καὶ στὰ μέτρα τῶν θαυμαστῶν τους. Στὴν οὐσία ὅμως μάχονται κατὰ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦν ὅτι ὁ Θεὸς δὲν τὰ «σηκώνει» αὐτά. Στὸν κατάλληλο καιρὸ θὰ μάθουν τί σημαίνει «συνθλᾶσθαι».
Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης
(δημοσίευσις 26/11/2011)