Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Τι φέρνει το Χριστό στην κρίση μας;



Ετούτο τον καιρό της κρίσης, κάπως συχνότερα λένε πολλοί πως βλέπουν το Χριστό να τριγυρίζει στους μεγάλους διαδρόμους με τα προϊόντα, στα απέραντα σούπερ μάρκετ.
Πώς να βρέθηκε άραγε Αυτός μες στους ναούς του κέρδους, που χρόνια τώρα υπηρετούσαν και συντηρούσαν την ακόρεστη επιθυμία μας να καταναλώνουμε; Μες στους ναούς του κέρδους, που απέμειναν τώρα χαμένοι καταναλωτικοί παράδεισοι για τον έκπτωτο καταναλωτή της εποχής του ΔΝΤ, τι φέρνει το Χριστό;
Τον φέρνουν οι φωνές, οι προσευχές. Τώρα στα δύσκολα αρχίσαμε και πάλι να Του ζητάμε να παρέμβει, να Του ζητάμε όπως άλλοτε το θαύμα.
–Βοήθα, Χριστέ μου, για να θρέψω τα παιδιά μου.
–Βοήθα σε αυτή την ξένη πόλη να τα βγάλω πέρα…
Οι γονείς, οι μετανάστες, οι απολυμένοι, οι συνταξιούχοι.
Και βαδίζει ο Χριστός, ανάμεσα στα κατάφορτα από αγαθά ράφια. Ανάμεσα στους ηλικιωμένους που κρατούν σφιχτά το πορτοφόλι τους, στις νοικοκυρές που αναζητούν την καλύτερη τιμή, στους άνεργους που μετράνε τα ψιλά τους.
Βαδίζει ανάμεσα στα ράφια ο Χριστός. Σαν σε βυζαντινή εικόνα ξετυλιγμένο το ειλητάριο στο χέρι του:
Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν“.
Και ύστερα γεμίζει ράφια και καλάθια. Στη θέση των προϊόντων καθαρισμού, βάζει την άφεση. Στα τρόφιμα, την προσευχή. Αντί για νερό, το Λόγο του κι αντί για μέσα επικοινωνίας την Κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Κι αντί για άλλες “προσφορές” προσφέρεται ο Ίδιος, ολόκληρος, αθέατος.
Στο ταμείο, δε ζητά αντίτιμο. Πάνε δυο χιλιάδες χρόνια τόσα τώρα, που τα ΄χει όλα αυτά με το Αίμα του εξαγοράσει.
Πού και πού (ξέρεις Εκείνος πότε), χορταίνει τους πεντακισχιλίους. “Οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ“.
Ε.Κ. 
Φοιτήτρια Αγγλικής Φιλολογίας Παν/μίου Αθηνών
Απόσπασμα από το Περιοδικό “Η Δράση μας”,
Τεύχος Μαΐου 2012

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ’ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ Α’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ) (Ἰω. ιζ΄ 1-13). κήρυγμα επί του Ευαγγελίου



Η Ιερά Ευαγγελική περικοπή που θ’ ακούσουμε στους ναούς μας την Κυριακή των Αγίων Πατέρων, είναι συγκλονιστική και πολύ αποκαλυπτική.
Είναι ένα τμήμα από την μεγάλη αρχιερατική προσευχή, την οποία απευθύνει προς τον Πατέρα, ο Κύριος Ιησούς, κατά την μοναδική νύχτα του Μυστικού Δείπνου.
Ο Ιησούς Χρηστός, ως μέγας Αρχιερέας, αναφέρει προς τον Πατέρα την ολοκλήρωση του Λυτρωτικού του έργου.
Οπωσδήποτε, είναι ανάγκη να μελετήσει ο καθένας μόνος και μέσα σε ατμόσφαιρα πνευματικής κυρίως ησυχίας, το θαυμάσιο αυτό κείμενο. Στην προσευχή αυτή ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού, παρακαλεί τον Πατέρα να διαφυλάξει τους πιστούς ώστε να παραμένουν ενωμένοι μαζί Του και μεταξύ τους, όπως είναι ο Υιός με τον Πατέρα. «… Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου ω δέδοκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς» (Ιωαν. Ιζ’ 11).
Λόγια άκρως αποκαλυπτικά που αποδεικνύουν εκτός των άλλων ότι η κορυφή της Χριστιανικής ζωής, δεν είναι παρά η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς του αδελφούς, η οποία βεβαίως προσφέρεται διά της χάριτος του Θεού.
Αλλ’ ας σταθούμε για λίγο στα λόγια αυτά του Λυτρωτού, και να δούμε πώς ακριβώς δέχονται τον λόγο αυτό, πώς τον ερμηνεύουν και πώς ζουν αυτή την πραγματικότητα οι άγιοι Απόστολοι και στην συνέχεια οι άγιοι πατέρες μας, οι οποίοι, λόγω της αποστολικής διαδοχής, διδαχής και εμπειρίας, καθίστανται και οι αυθεντικοί φορείς της ερμηνείας του λόγου του Θεού, μέσα στην ζωή της Εκκλησίας μας.
Όταν ο Χριστός λέει «ίνα ώσιν εν», για ποιους μιλάει; Για τους Αποστόλους, βεβαίως, κατ’ αρχάς, αλλά και για όλους τους πιστούς, έως το τέλος των αιώνων που θα πιστεύουν στην Θεότητα του Χριστού, και θα αποτελούν τα συνειδητά μέλη του Σώματός Του.
Παρακαλεί τον Πατέρα να γίνουν ένα «ίνα ώσιν εν»!
Ας προσέξουμε όμως. Δεν λέει «εις», δηλ. ένας, αλλά τονίζει την λέξη «εν», δηλ. να γίνουν όχι ένας αλλά ένα!
Πώς όμως ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι «έν»; Την απάντηση μας την δίνουν οι Άγιοι Πατέρες οι οποίοι έχουν την εμπειρία του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος, αλλά και της θεώσεως!
Ο Πατήρ, Ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, είναι ενωμένοι εις «έν», σε ένα δηλαδή, κατά την δόξαν (ενέργειαν) και κατά την ουσίαν.
Κατά τις υποστάσεις όμως, δηλ. τα πρόσωπα, δεν ταυτίζονται.
Κάθε πρόσωπο, είναι διαφορετικό.
Τα κοινά στην Αγία Τριάδα είναι η ουσία και η φυσική ενέργεια της ουσίας (δηλ. η δόξα). Και κατά τι είναι «έν» ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, με το οποίο «έν» και εμείς θα γίνουμε ένα; Δηλ. και μεταξύ μας και με την Αγία Τριάδα; Ποιό θα είναι αυτό το κοινό γνώρισμα; Είναι το «έν» κατά την «δόξαν». Δηλ. κατά την κοινή ενέργεια των τριών προσώπων του Θεού!
Όπως ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι ένα κατά την δόξαν, διότι έχουν κοινή την δόξαν, έτσι κι εμείς θα γίνουμε «ένα», όταν όλοι μας μεθέξουμε αυτής της δόξας του Θεού. Όταν όλοι μας, ή όσοι καταστούν άξιοι, γίνουν μέτοχοι της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, δηλ. του Ακτίστου Φωτός!
Διότι, όπως μας ερμηνεύουν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, που έζησαν αυτές τις θείες καταστάσεις, όταν ένας άνθρωπος «δοξάζεται», τότε γίνεται κοινωνός της ακτίστου δόξης του Θεού, οπότε ενώνεται και με την Αγία Τριάδα αλλά και με όσους ομοδόξους συνανθρώπους του εκείνη τη στιγμή είναι ενωμένοι και εκείνοι, με την δόξα του Θεού!
Αυτή είναι η Πατερική και Ορθόδοξη ερμηνεία του συγκεκριμένου λόγου του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Όμως, όσοι έχουν αποκόψει την ζωή τους από το Σώμα του Χριστού, και την εμπειρία των Αγίων, είναι αδύνατον να κατανοήσουν και κυρίως να βιώσουν τις αλήθειες αυτές.
Ακριβώς στην πλάνη αυτή της αποκοπής από την ζωή της Εκκλησίας, έπεσε και ο αιρεσιάρχης Άρειος, με αποτέλεσμα να καταντήσει εκεί που κατάντησε, δηλ. ν’ αρνηθεί την Θεότητα του Λόγου. Να αρνηθεί το Ομοούσιον του Πατρός και του Υιού και να κηρύττει την βλασφημία ότι ο Λόγος είναι κτίσμα και δημιούργημα του Πατρός. Δηλ. ότι κάποτε δεν υπήρχε. Αυτό όμως αποτελεί φοβερή αίρεση με αποτέλεσμα να αδυνατεί ο άνθρωπος να έχει την λύτρωση και την σωτηρία του. Το πόσο δε ταλάνισε ολόκληρη την Εκκλησία αλλά και το Έθνος, και πόσες αστήρικτες ψυχές οδήγησε στην απώλεια ο δυσεβέστατος Άρειος, τούτο το διαπιστώνουμε και μέσα από την ίδια την ιστορική πραγματικότητα.
Επιβάλλεται επίσης, στην αναφορά μας αυτή, να προσθέσουμε και να τονίσουμε, ευλογημένοι αδελφοί, ότι οι Άγιοι Πατέρες μας, τόσο στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια της Βιθυνίας 325 μ.Χ.), όσο και στις μετέπειτα, βεβαίως Οικουμενικές Συνόδους, δεν εξέφρασαν και δεν παρουσίασαν μια νέα πίστη η οποία δεν υπήρχε δήθεν έως εκείνη τη στιγμή. Οι πατέρες και οι Οικουμενικές Σύνοδοι, δεν βελτιώνουν την πίστη. Δεν προσθέτουν δηλ.νέα πράγματα, νέες αλήθειες που δεν υπάρχουν εξ’ αρχής στην Εκκλησία από την ημέρα της Πεντηκοστής. Απλώς, την ήδη υπάρχουσα πίστη που μας αποκάλυψε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός άπαξ (Ιούδα 3), αυτήν ακριβώς την ίδια πίστη, κατά τις ανάγκες και τις περιστάσεις που προκύπτουν από τις αιρέσεις, την διευκρινίζουν και ταυτοχρόνως επιβεβαιώνουν την εμπειρία της Πεντηκοστής. Την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος που βιώνουν οι ίδιοι ως θεούμενοι στο Σώμα της Εκκλησίας.
Ακριβώς δε επειδή οι Πατέρες είχαν αυτή την κοινή εμπειρία, είτε του φωτισμού, είτε της θεώσεως, γι’ αυτό και όλοι τους είχαν και φυσικά έχουν (όσοι βρίσκονται στις καταστάσεις αυτές) την ίδια αντίληψη για την αλήθεια και την αποκάλυψη του Θεού, και αποδίδουν όλοι τους την ίδια ερμηνεία στον λόγο του Θεού, αλλά ταυτοχρόνως συμφωνούν και στα βασικά δογματικά κείμενα των προηγουμένων Πατέρων της Εκκλησίας μας, αφού η εμπειρία είναι κοινή!
Αντιθέτως, όσοι αρνούνται την ζωή που προσφέρει το Άγιον Πνεύμα στο Σώμα του Χριστού (Ορθοδοξία), είναι αδύνατον να κατανοήσουν ορθά την Αγία Γραφή. (Τραγικό παράδειγμα, ο ίδιος ο Άρειος που καταδικάζεται από τους πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου). Μπορεί μεν όσοι αρνούνται  αυτή την  ευλογημένη και σωστική εμπειρία της Εκκλησίας μας,να κρατούν στα χέρια τους την Αγία Γραφή (αλήθεια, πού την βρήκαν και από πού την πήραν; Αναπάντητο ερώτημα για τους εκτός Εκκλησίας), όμως, παραμένει γι’ αυτούς ένα βιβλίο ανερμήνευτο και επτασφράγιστο. Γι’ αυτό και καταντούν στο να διαστρέφουν το περιεχόμενο της Γραφής και τελικώς να θέτουν τους εαυτούς τους εκτός της Κιβωτού της Σωτηρίας.
Είναι δε γνωστό ότι όσοι παρέμειναν εκτός Κιβωτού, τελικώς χάθηκαν, παρά τα χαρίσματα και τις ικανότητές τους.
Αγαπητοί μου. Οι Άγιοι Πατέρες της Α΄ Οικ. Συνόδου των οποίων την ιερά μνήμη εορτάζουμε, μας διασαλπίζουν από τα βάθη των αιώνων μια μεγάλη αλήθεια κι ένα σωτηριώδες μήνυμα. Και ποιο είναι αυτό; Να γίνουμε συνειδητά μέλη του Σώματος του Χριστού και να γνωρίσουμε  την Αγία μας Ορθοδοξία. Όχι μόνο θεωρητικά, αλλά κυρίως εμπειρικά, το οποίο σημαίνει, να αξιωθούμε διά της καθάρσεως και του Θείου φωτισμού, ο ουράνιος Πατέρας μας, να πραγματοποιήσει και σε μας το αίτημα της προσευχής του Κυρίου Ιησού Χριστού «Τήρησον αυτούς... ίνα ώσιν εν».
Και ας γνωρίζουμε ότι: «Όσοι ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια της Εκκλησίας, τ’ ανεβαίνουν όχι για να αλλοιώσουν, αλλά για ν’ αλλοιωθούν. Όχι για να μεταβάλλουν, αλλά για να μεταβληθούν. Όχι για να αφομοιώσουν, αλλά για ν’ αφομοιωθούν και ν’ αγιαστούν». Γένοιτο. 
Αδελφοί, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Μία προσευχή για την Ελλάδα.... Σήμερα στις 22.00


Σήμερα στις 22.00

 πιάνουμε ὅλοι θέση στό εἰκονοστάσι μας!



























Τά ἱστολόγια ἑνώνουν τίς προσευχές μας! 
Τουλάχιστον 20 ἱστολόγια ἔχουν ἀναρτήσει τήνσχετική 
ἀνακοίνωση  γιά τήν κοινή
 προευχή πού θά πραγματοποιηθεῖ σήμερα 
Παρασκευή 25 Μαΐου καί ὥρα 22.00. 
ς ἀφήσουμε γιά  λίγο στήν ἄκρη τά προσωπικά μας
 ζητήματα καί ἄς
 στρέψουμε τό βλέμμαπρός τόν οὐρανό.
Οἱ ἡμέρες πού 
περνᾶ τό ἔθνος μᾶς εἶναι ἐξαιρετικά κρίσιμες. 
Τό νά περιμένουμε τήν σωτηρία ἀπό τούς κομματάρχες εἶναι
 τουλάχιστον ἀνούσιο. Ἡ δυσκολία πού περνᾶμε ὅλοι, πρέπει
 νά μᾶς ΕΝΩΣΕΙ, ὥστε μαζί νά ἀναπέμψουμε θερμή ἱκεσία, 
ἔχοντας ἀκράδαντη τήν πεποίθηση ὅτι ὁ Θεός, ὅπως ἔκανε 
πάντα, θά παρέμβει καί τώρα καί θά δώσει τήν λύση
 πού ἐκεῖνος κρίνει. 
Πνευματικό ραντεβού, λοιπόν, στό εἰκονοστάσι μας!

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Ἀνάληψη: Μιά κάπως ἄγνωστη δεσποτική γιορτή


Μελέτιος Βαδραχάνης (Ἀρχιμανδρίτης)


          Μιά γιορτή, πού ἐπειδή πέφτει πάντοτε σέ καθημερινή ἐργάσιμη μέρα, δέν ἔχει τήν ἀνάλογη θέση στή συνείδηση τοῦ λαοῦ, ὅπως οἱ μεγάλες γιορτές τῶν Χριστουγέννων, Θεοφανίων, Εὐαγγελισμοῦ, Ἀναστάσεως, Πεντηκοστῆς. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τή γιορτή τῆς Μεταμορφώσεως.

          Εἰδικά στήν Ἀνάληψη ἀπέχει μόνιμα ἡ μαθητιῶσα νεολαία τῆς χώρας μας. Εἶναι ἡμέρα πού συνήθως τά σχολεῖα ἔχουν εἰσέλθει στήν περίοδο τῶν ἐξετάσεων, μ’ ἀποτέλεσμα ν’ ἀδυνατεῖ καί ὁ πιό καλοπροαίρετος ἐκπαιδευτικός νά φέρει τούς μαθητές στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι μεγαλώνουν τά παιδιά μας, εἰσέρχονται μετά στό χῶρο τῆς βιοπάλης, καί μπορεῖ νά περάσουν δεκαετίες ὁλόκληρες καί νά μήν ἔχουν τήν εὐκαιρία ν’ ἀπολαύσουν καί νά βιώσουν λατρευτικά τή μεγάλη αὐτή γιορτή.

          Ἡ Ἀνάληψη ἕπεται τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι ἀμέσως μετά τό τεσσαρακονθήμερο τῶν ἐμφανίσεων τοῦ Χριστοῦ στούς μαθητές του. Ὁ Χριστός, σ’ αὐτές τίς σαράντα μέρες, μέ συνεχεῖς ἐμφανίσεις καί ἐξαφανίσεις ἀφ’ ἑνός μέν τούς ἀποδεικνύει τήν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεώς του, ἀφ’ ἑτέρου δέ τούς γυμνάζει στή συνεχῆ σωματική ἀπουσία του. Πρέπει οἱ μαθητές νά χειραφετηθοῦν ἀπό τήν συνεχῆ σωματική αἴσθηση καί ἀντίληψη τοῦ Χριστοῦ. Νά παύσουν νά τόν ἀπολαμβάνουν διά τῆς ὁράσεως, τῆς ἀκοῆς, τῆς ἁφῆς. Νά παύσουν νά ἔχουν αἰσθητά ντοκουμέντα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.

         Ἡ ἔνσαρκος παρουσία τοῦ Χριστοῦ πού ἄρχισε μέ τή γέννησή του ἐδῶ τελειώνει. Ἤ μᾶλλον σταματᾶ γιά νά συνεχίσει στήν Β΄ Παρουσία του. Τότε τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως θά ξαναφανεῖ. Τότε «πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς ὄψονται τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς» (Ματθ. 24,30). Μέχρι τότε οἱ πιστοί μαθαίνουν νά ζοῦν μέ τήν διαρκῆ ἀόρατη παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

         «Ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. 28,20). Εἶναι μαζί μας ὁ Χριστός. Συνεχῶς ἀλλά ἀοράτως. Οἱ πιστοί ἀντλοῦν δύναμη ἀπό αὐτή τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀλλά δέν παύουν νά νοσταλγοῦν καί νά ἐπιθυμοῦν καί νά ἀδημονοῦν γιά τήν ἔνσαρκη Β΄ Παρουσία τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία θά κραυγάζει συνεχῶς ἕως τότε• «ναί ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ». Καί ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ θ’ ἀκούγεται συνεχῶς «ναί, ἔρχομαι ταχύ» (Ἀπόκ. 22,20).

         Ἀναλήφθηκε, λοιπόν εἰς τούς οὐρανούς ὁ Χριστός μας. Τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ὁποία ἕνωσε μέ τή θεία του φύση ἀχωρίστως, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως κατά τήν διδασκαλία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τήν παίρνει καί τήν τοποθετεῖ ὑπεράνω Χερουβίμ καί Σεραφίμ, ἀγγέλων καί ἀρχαγγέλων, δίπλα στό θρόνο τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

         Ἄπειρες εἶναι οἱ εἰκόνες καί οἱ μεγαλοπρεπεῖς ἐκφράσεις τῶν προφητῶν καί τῶν ὑμνωδῶν τῆς Ἐκκλησίας μας πού ἐξυμνοῦν καί ἐκθειάζουν καί γεραίρουν τό θαυμαστό αὐτό γεγονός. «Ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλλαλαγμῶ, Κύριος ἐν φωνῆ σάλπιγγος». «Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν καί ἐπάρθητε πῦλαι αἰώνιοι καί εἰσελεύσεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης» θά πεῖ ὁ προφητάναξ Δαυίδ.

         Πίσω ἀπ’ ὅλες αὐτές τίς ποιητικές καί μεγαλοπρεπεῖς καί ἀνθρωποπαθεῖς ἐκφράσεις, ἕνα εἶναι τό οὐσιαστικό γεγονός, ἕνα εἶναι τό θαῦμα τῶν θαυμάτων, ἕνα εἶναι τό «καινόν ὑπό τόν ἥλιον» ὅπως λέγει τό βιβλίο τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη• ἡ ἕνωση θείας καί ἀνθρώπινης φύσεως. Ἡ ἕνωση αὐτή ἡ τόσο σωτηριώδης γιά μᾶς, ἐν τούτοις, ἔχει τήν «ἀρνητική» πλευρά νά παρασύρει στήν ἀορασία καί στὀ μυστήριο τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ μέχρι τήν Β΄ Παρουσία του. Εἶναι κάτι γιά τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖται ἀπό τή σάρκα, ζεῖ καί βιώνει κυρίως μέ τήν παρουσία καί τήν ἐνέργειά της, ἐπαναστατεῖ. Διότι θέλει νά ὑπάρχει τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· νά μπορεῖ νά τό βλέπει, νά τό πιάνει, νά τό ἀκουμπᾶ, νά τό ἀγκαλιάζει, ν’ ἁρπάζει τή χάρη πού ἐμφωλεύει μέσα του ὅπως ἡ αἱμορροοῦσα. Γι’ αὐτό ὅπως προαναφέραμε κραυγάζει «ναί ἔρχου κύριε Ἰησοῦ».

         Προσοχή ὅμως! Δέν ἐξέλειπε ἐντελῶς ἡ σωματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει καί θά ὑπάρχει συνεχῶς ἕως «τερμάτων αἰῶνος». Ποῦ ὅμως εἶναι αὐτή ἡ σωματική παρουσία; Εἶναι στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Στά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, πού στά ‘‘σά ἐκ τῶν σῶν…’’ μεταβάλλονται σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ. Καί δύναται ὁ πιστός ὄχι ἁπλῶς νά δεῖ, ν’ ἀκουμπήσει, νά ψηλαφίσει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί νά τό φάει. Νά τό βάλει μέσα του. Νά εἰσέλθει μέχρι τό τελευταῖο κύτταρό του. Νά εἰσδύσει στήν οὐσία τῆς ὑπάρξεώς του καί ἔτσι νά θεωθεῖ.

         Συνεπῶς δέν ἐξέλειπε ἡ σωματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας. Ἁπλῶς γιά νά τήν ἀπολαύσουμε πρέπει νά συχνάζουμε εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου μας. Νά μετέχουμε στό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας, τό μυστήριο γιά τό ὁποῖο ὑπάρχουν ὅλα τά ἄλλα, τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὅταν τό κάνουμε αὐτό συνειδητά καί μέ μετάνοια, τότε θά ἰσχύσει καί γιά μᾶς αὐτό πού λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος· «ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σύν αὐτοῖς ἀρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα.» (Α΄ Θεσ. 4,17

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Ανακοίνωση Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Εισοδίων

Ολοκληρώθηκε με επιτυχία η προσκυνηματική εκδρομή της ενορίας μας στα Ιεροσολύμα.
Εκ μέσης καρδίας θα ήθελα να  ευχαριστήσω

 



 τον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Τιμίου Σταυρού Αρχιμανδρίτη  π. Κλαύδιο για την αμέριστη βοήθεια που απλόχερα μας προσέφερε, καθώς και  τους συμμετέχοντας στην εκδρομή.

Εκ του Ιερού Ναού Εισοδίων Υπεραγίας Θεοτόκου Ιθάκης
Αρχιμανδρίτης Σεβαστιανός Μόσχος

Η αμαρτία είναι η μεγάλη τραγωδία της ζωής μας. (Κυριακή του Παραλύτου)



Η ευαγγελική περικοπή αναφέρεται στο θαύμα του Ιησού Χριστού, τότε που θεράπευσε τον παραλυτικό στα Ιεροσόλυμα. Είναι το τρίτο από τα θαύματα, για τα οποία ομιλούν τα ιερά Ευαγγέλια. Το πρώτο έγινε στην Κανά, τότε που ο Ιησούς Χριστός βρέθηκε στο γάμο κι έκαμε το νερό κρασί. Το δεύτερο έγινε στην Καπερναούμ, τότε που θεράπευ­σε το γιό του βασιλικού. Το τρίτο γίνεται τώρα στα Ιεροσόλυμα, κι είναι η θεραπεία του παραλυτικού, που τριάντα οχτώ χρόνια βασανιζότανε μέσα στην αρρώστια του. Η σωματική αρρώστια είναι κι αυτή στον άνθρωπο κληρονομιά της αμαρτίας· της πρώτης αμαρτίας των πρωτοπλάστων στον παράδεισο, τότε που τους ξεγέλασε ο διάβολος και τους έβαλε να παραβούν την εντολή του Θεού. Τότε μπήκε η αμαρτία στον κόσμο και με την αμαρτία η αρρώστια κι ο θάνατος· τότε ανατράπηκε η αρμονία της δημιουργίας του Θεού. Μα γι’ αυτό ήλθε ο Χριστός, για να καταργήσει το θάνατο και να σηκώσει από τους ανθρώπους το βάρος της κακής κληρονομιάς. Σημεία της παρουσίας του Μεσσία και της θεϊκής του δύναμης και αποστολής ήσαν τα θαύματα που έκαμε και μάλιστα οι θεραπείες των αρρώστων. Ας ακούσουμε όμως τώρα στη γλώσσα μας την  ευαγγελική περικοπή κι ας δούμε πως ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει για τη θεραπεία του παραλυτικού στα Ιεροσόλυμα. Πρώτ’ αρχή δεν θα πρέπει να παρατρέξουμε ό,τι λέγει το ιερό κείμενο για το νερό της δεξαμενής Βηθεσδά. Βηθεσδά στα ελληνικά θα πει «οίκος ελέους», δηλαδή σπίτι της αγάπης.
Εκείνο τον καιρό ανέβηκε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα. Εκεί στα Ιεροσόλυμα κοντά στην πύλη που λέγεται προβατική, είναι μια δεξαμενή, που στα εβραϊκά λέγεται Βηθεσδά κι έχει γύρω πέντε καμαροσκέπαστα υπόστεγα. Κάτω απ’ αυτά τα υπόστεγα ήσαν ξαπλωμένοι ένα πλήθος άρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, πιασμένοι και περίμεναν την κίνηση του νερού. Γιατί άγγελος από καιρό σε καιρό κατέβαινε στη δεξαμενή και τάραζε το νερό όποιος λοιπόν, ύστερα από την κίνηση του νερού, έπεφτε πρώτος στη δεξαμενή, αυτός γινότανε καλά απ’ οποιαδήποτε κι αν είχε αρρώστια. Ήταν λοιπόν εκεί ένας άνθρωπος, που τριάντα οχτώ χρόνια βασανιζότανε μέσα στην αρρώστια του. Αυτόν, όταν τον είδε ο Ιησούς ξαπλωμένο, κατάλαβε πως πολύ καιρό είχε εκεί, και του λέει· «Θέλεις να γίνεις καλά;». Του αποκρίθηκε ο άρρωστος· «Κύριε, δεν έχω άνθρωπο, για να με βάλει στη δεξαμενή, όταν ταραχτεί το νερό· επάνω στην ώρα, που πάω να μπω εγώ, άλλος πριν από μένα πέφτει στο νερό». Του λέει ο Ιησούς· «Στάσου στα πόδια σου· σήκωσε το κρεββάτι σου και πήγαινε». Κι αμέσως έγινε καλά ο άνθρωπος και σήκωσε το κρεββάτι του και περπατούσε. Κι ήτανε Σάββατο εκείνη την ημέρα. Έλεγαν λοιπόν οι Ιουδαίοι στο θεραπευμένο· «Είναι Σάββατο δεν σου επιτρέπεται να σηκώσεις το κρεββάτι». Τους αποκρίθηκε· «Εκείνος που μ’ έκαμε καλά, εκείνος μου είπε· Σήκωσε το κρεββάτι σου και πήγαινε». Τον ξαναρώτησαν «Ποιός είναι ο άνθρωπος, που σου είπε· Σήκωσε το κρεββάτι σου και πή­γαινε;». Μα ο θεραπευμένος δεν ήξερε ποιός είναι, γιατί ο Ιησούς είχε χαθεί μέσα στο πλήθος που ήταν εκεί. Ύστερα· απ’ αυτά, τον βρίσκει ο Ιησούς στο ναό και του λέει· «Κοίταξε, έγινες καλά· μην αμαρταίνεις πια, για να μη σε βρει κάτι χειρότερο». Έφυγε ο άνθρωπος και διαλάλησε στους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς είναι, που τον έκαμε καλά.
Πρώτ’ αρχή δεν θα πρέπει να παρατρέξουμε ό, τι λέει το ιερό κείμενο για το νερό της δεξαμενής Βηθεσδά. Βηθεσδά στα ελληνικά θα πει «οίκος ελέους», δηλ σπίτι της αγάπης· επειδή μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο ο Θεός έδειχνε εκεί την αγάπη του στους ανθρώπους, αλλά και οι άνθρωποι, όσο μπορούσαν κι όσο ήξεραν σ’ εκείνα τα χρόνια, δείχνονταν ευεργετικοί προς τους αρρώστους. Δεν ήσαν κάποιες ιαματικές ιδιότητες του νερού που θεράπευαν τους αρρώστους· αν ήταν έτσι, τότε σ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου το νερό θα ήταν ιαματικό. Μα το ιερό κείμενο λέει πως το νερό εκείνο είχε τη δύναμη να θεραπεύει τους αρρώστους «κατά καιρόν», κάθε φορά δηλαδή που ο άγγελος του Θεού κατέβαινε και το ανατάραζε. Κι έπειτα δεν γίνονταν όλοι καλά, μα μόνο όποιος πρόφταινε να πέσει πρώτος στο νερό. Ήταν λοιπόν ιερός τόπος εκεί, ήταν άγιασμα και προσκύνημα. Ο Θεός, που είναι παντού, δείχνει την παρουσία του πιο φανερά σε κάποιους τόπους και περιστατικά και πρόσωπα, για να τον βλέπουν εκεί αισθητότερα οι άνθρωποι, να παίρνουν τις ευεργεσίες του και να πιστεύουν. Τόπος θεοφανείας ήταν η Βηθεσδά.
Αλλά εκεί που πρέπει περισσότερο να προσέξουμε είναι τα τελευταία λόγια του Ιησού Χριστού όταν βρήκε τον άνθρωπο στο ναό, του είπε· «Κοίταξε, έγινες καλά, μην αμαρτάνεις πια, για να μη σε βρει κάτι χειρότερο». Εδώ φαίνεται καθαρά πως ο άνθρωπος με μια βαριά αρρώστια, που την σήκωσε τριάντα οχτώ χρόνια, πλήρωσε κάποια αμαρτία του. Αλλά εδώ τώρα πρέπει να ετοιμασθούμε για απολογία, γιατί έναν τέτοιο λόγο πολλοί τον ακούν και πειράζονται. Γιατί έτσι συμβαίνει πάντα· όταν αμαρτάνουμε, μας φαίνεται καλά, μα όταν μας θυμίζουν την αμαρτία, πειραζόμαστε. Έπειτα είναι άνθρωποι που δεν θέλουνε να ακούσουν καν για αμαρτία. Τί θα πει αμαρτία; Όλα στη ζωή είναι πράγματα φυσικά. Όμως η τραγωδία του ανθρώπου είναι πάντα η αμαρτία του, ο μολυσμός της σαρκός και του πνεύματός του και η ταραχή που γεννιέται μέσα του από την παράβαση των εντολών του Θεού. Η αμαρτία είναι που χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό, αυτή που τον φέρνει στο σημείο να αρνείται το Θεό. Η αθεΐα δεν έχει αλλού τη ρίζα της παρά στην αμαρτία, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στην απιστία και στην άρνηση του Θεού. Δεν είναι το δόγμα κι η αλήθεια για το Θεό, που δεν μπορεί να χωρέσει ο νους του ανθρώπου, αλλά είναι οι εντολές, που βάζουν φραγμό στην αμαρτία του· αυτές δεν θέλει να δεχθεί η καρδιά, γι’ αυτό κι αρνείται ο άνθρωπος το Θεό. Για να μη χωρισθεί από την αμαρτία του, φτάνει να πιστέψει πως δεν υπάρχει ο Θεός. Πραγματικά η αμαρτία είναι η μεγάλη τραγωδία της ζωής μας.
Το θέλομε δεν το θέλομε, υπάρχει στενή σχέση μεταξύ της ηθικής και της σωματικής υγείας του ανθρώπου. Καλά που η σωματική αρρώστια κι ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα της πρώτης αμαρτίας των πρωτοπλάστων, μα και η προσωπική αμαρτία έχει πάντα τις δικές της συνέπειες στην υγεία του σώματος. Κάθε σωματική αρρώστια δεν οφείλεται πάντα σε ηθικές παρεκτροπές, μα κάθε ηθική παρεκτροπή έχει πάντα τις συνέπειές της επάνω στον άνθρωπο. Κάθε αμαρτία, που είναι παράβαση θείας εντολής, είναι μια ελεύθερη εκλογή και πράξη του ανθρώπου, μα κάθε τέτοια εκλογή και προτίμηση έχει τις συνέπειές της στον ίδιο τον άνθρωπο. Η ελευθερία είναι ευθύνη και η ηδονή της οποιασδήποτε αμαρτίας είναι ύστερα οδύνη, που την σηκώνει και την πληρώνει όποιος προτιμά το δικό του θέλημα παρά το θέλημα του Θεού. Αυτός είναι ο κίνδυνος της ηθικής ελευθερίας μας· όταν πιστέψουμε πως μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, πρέπει να είμαστε έτοιμοι για να σηκώσουμε τις συνέπειες των πράξεων μας.
Μα γιατί τα λέμε όλα αυτά, όταν το ξέρουμε πως και κουράζουν και εξοργίζουν τους ανθρώπους του καιρού μας; Γιατί όποιοι κι αν είναι οι καιροί κι όπως κι αν θέλουν να σκέπτονται οι άνθρωποι, η Εκκλησία πρέπει να κηρύξει Ευαγγέλιο. Και το Ευαγγέλιο σ’ αυτό το σημείο δεν κάνει συμβιβασμούς και δεν κηρύττει την αλήθεια στα μέτρα και τις αντιλήψεις της κάθε εποχής. Άλλη όψη αυτή της τραγωδίας του σύγχρονου κόσμου· κι όταν δεν αρνιούνται οι άνθρωποι το Θεό, δεν χωρίζονται από την αμαρτία τους και θαρρούν πως βρίσκουν τρόπο να συμβιβάζουν τα ασυμβίβαστα, το φως και το σκότος. Φως είναι ο Θεός και σκότος είναι η αμαρτία, μέσα στο οποίο παλεύει ο κόσμος. Η αμαρτία, καθώς γράφει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, φλογίζει «τον τροχό της γενέσεως»· αυτή δηλαδή, σαν μια κακή κληρονομιά, περνάει από πατέρα σε παιδί και κάνει το φλογισμένο κύκλο της μέσα στις γενεές των ανθρώπων. Όσοι δεν το καταλαβαίνουν είναι τραγικοί άνθρωποι, που πεθαίνουν αλύτρωτοι «εν ταις αμαρτίαις αυτών». Όσοι το καταλαβαίνουν λένε μαζί με τον Απόστολο· «Ευχαριστώ τω Θεώ διά Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών». Κι αν υπάρχει η αμαρτία, που μας γονατίζει και μας λιώνει, μα είναι ο Χριστός, που μας λυτρώνει και μας σώζει. Χαρά σ’ εκείνους που η αμαρτία δεν τους διώχνει, αλλά τους φέρνει στο Θεό και ζητούν έλεος, για να βρουν σωτηρία.
Τα τελευταία λόγια του Ιησού Χριστού στον άνθρωπο, που τον θεράπευσε από την πολυχρόνια αρρώστια του, μας έδωσαν αφορμή να μιλήσουμε  για την αμαρτία και για τις συνέπειές της. Το ξέρουμε πολύ καλά πως όσα μπορέσαμε να κηρύξουμε δεν ακούονται από τους ανθρώπους ευχάριστα. Μα το κήρυγμα της Εκκλησίας δεν έχει δικαίωμα να είναι πάντα ευχάριστο στους ανθρώπους. Και ποτέ δεν είναι ευχάριστος ο λόγος, όταν έρχεται σε αντίθεση με το θέλημα της αμαρτίας. Η ίδια η λέξη αμαρτία μάς ενοχλεί, ενώ είναι αλήθεια πως η αμαρτία, σαν λογισμός και σαν πράξη και σαν μολυσμός «σαρκός και πνεύματος», μας ταλαιπωρεί και κάνει τραγική τη ζωή μας. Το να αρνιούμαστε το Θεό για χάρη της αμαρτίας μας ή να κόβουμε την αλήθεια του Θεού στα μέτρα μας για να βρούμε τάχα ανάπαυση, αυτές δεν είναι λύσεις που λυτρώνουν και μας βγάζουν από το τραγικό αδιέξοδο της αμαρτίας. Η λύση είναι μία· να παλεύουμε, για να νικήσουμε τον εαυτό μας και την αμαρτία μας με το έλεος και τη χάρη του Θεού «διά Ιησού Χριστού». Αμήν.

(+Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου, «Επί Πτερύγων ανέμων», εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, σ. 107-11)


Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα


Οι Άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα, γεννήθηκαν στη κωμόπολη Παναπέα στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου.
Ο Τιμόθεος ήταν αναγνώστης και κήρυκας του Ευαγγελίου στην Εκκλησία των Παναπέων και εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα με θερμότατο ζήλο και θαυμαστά αποτελέσματα. Το γεγονός αυτό προξενούσε ζηλοφθονία στους ειδωλολάτρες, οι οποίοι τελικώς τον κατήγγειλαν στον αδίστακτο ειδωλολάτρη έπαρχο Αρριανό, είκοσι μόλις μέρες μετά τον γάμο του με την Αγία Μαύρα. Ο Αρριανός κάλεσε τον Τιμόθεο να παραδώσει τα ιερά βιβλία του στην πυρά. Ο Τιμόθεος αρνήθηκε με παρρησία να καταστρέψει τα βιβλία του, λέγοντας στον έπαρχο ότι τα θεωρεί ως ιερά πνευματικά του όπλα και εφόδια. Οργισμένος ο Αρριανός υπέβαλε τον άγιο σε διάφορα βασανιστήρια, τα οποία ο Τιμόθεος υπέμεινε με παροιμιώδη υπομονή.

Πρώτα πρώτα έβαλαν μέσα στα αυτιά του Μάρτυρα πυρακτωμένα σίδερα, με αποτέλεσμα να λιώσουν οι κόρες των ματιών του και να πέσουν στο έδαφος. Στη συνέχεια έδεσαν τους αστραγάλους πάνω σε τροχό βασανιστηρίων και σφράγισαν το στόμα του με φίμωτρο. Έπειτα έδεσαν μια βαριά πέτρα στόν τράχηλό του και τον κρέμασαν σε ένα δέντρο.
Για να κάμψει το σθένος του ο έπαρχος στράφηκε προς τη σύζυγό του Μαύρα, την οποία στην αρχή κολάκευε για να θυσιάσει στο είδωλα και μην ακολουθήσει τη θανατηφόρα πορεία του συζύγου της. Με παραίνεση όμως του Τιμόθεου, η Μαύρα ομολόγησε κι εκείνη την πίστη της στον Θεό. Τότε ο Αρριανός διέταξε τον άγριο βασανισμό της Αγίας, η οποία καθ' όλη τη διάρκεια των μαρτυρίων έψαλε.
Πρώτα πρώτα, λοιπόν, της ξερρίζωσαν τις τρίχες του κεφαλιού της και στη συνέχεια της έκοψαν τα δάχτυλα. Έπειτα την βύθισαν ολόκληρη μέσα σε ένα καζάνι γεμάτο νερό που κόχλαζε. Επειδή όμως η Αγία, αν καί ήταν μέσα στο βραστό νερό, δεν έπαθε το παραμικρό έγκαυμα, ο Αρριανός σχημάτισε τη γνώμη ότι το νερό δεν ήταν θερμό, αλλά ψυχρό. Έτσι, για να το διαπιστώσει, πρόσταξε να του ραντίσουν το χέρι. Τότε η Αγία πήρε με τη χούφτα της νερό και το έριξε πάνω στο χέρι του. Το νερό αυτό ήταν τόσο καυτό, ώστε να διαλυθεί το δέρμα του ηγεμόνα.
Παρ' όλα αυτά, ο Αρριανός δεν σταμάτησε και διέταξε να σταυρώσουν και τους δυο Αγίους.
Ακόμη και στο σταυρό του μαρτυρίου, ο βδελυρός έπαρχος, πλησίασε την αγία σε μία απέλπιδα προσπάθεια έστω και την τελευταία στιγμή να την αποσπάσει από το μαρτύριο και την πίστη της. Φωτισμένη όμως από τη θεία χάρη η αγία τον απέπεμψε.
Ενώ η αγία Μαύρα ήταν κρεμασμένη στο σταυρό, την πλησίασε - σαν σε έκσταση - ο διάβολος, προσφέροντάς της ένα ποτήρι γεμάτο με μέλι και γάλα. Της συνιστούσε μάλιστα να το πιεί για να μην φλογίζεται από τη δίψα. Η Άγία όμως, φωτισμένη από τον Θεό, κατάλαβε την πανουργία του διαβόλου και με την προσευχή της τον έδιωξε. Ο παγκάκιστος χρησιμοποίησε όμως και άλλο τέχνασμα. Φάνηκε στην Αγία ότι την μετέφερε σε ένα ποτάμι απ' όπου έτρεχε μέλι και γάλα και της πρότεινε να πιεί. Εκείνη όμως, μετά από θείο φωτισμό, είπε: «Δεν πρόκειται να πιώ απ' αυτά. Θα πιώ από το ουράνιο ποτήρι που μου πρόσφερε ο Χριστός». Έτσι, ο διάβολος έφυγε απ' αυτήν νικημένος και καταντροπιασμένος.
Τότε παρουσιάστηκε στην Αγία άγγελος Θεού, ο οποίος την πήρε από το χέρι, την οδήγησε στον ουρανό και, αφού της έδειξε έναν θρόνο με μια στολή λευκή πάνω σ' αυτόν και ένα στεφάνι, της είπε: «Αυτά ετοιμάστηκαν για σένα». Στη συνέχεια, αφού την οδήγησε ακόμη ψηλότερα της έδειξε άλλον θρόνο και στολή και στεφάνι, της είπε πάλι: «Αὐτά προορίζονται για τον άντρα σου. Η διαφορά του τόπου δηλώνει το γεγονός ότι ο άντρας σου υπήρξε η αιτία της σωτηρίας σου».
Μετά από εννιά μέρες παρέδωσαν και οι δύο την ψυχή τους στον Κύριο και έτσι το Άγιο ζεύγος συγκαταλέχθηκε στην ιερώνυμη φάλαγγα των μαρτύρων της Εκκλησίας μας.
Η Αγία Μεγαλομάρτυς Μαύρα από το 1331 θεωρείται και τιμάται ως πολιούχος της πόλης της Λευκάδας, η οποία παλιότερα ονομαζόταν «Αγία Μαύρα». Μέσα στο Φράγκικο Κάστρο, στα Βόρεια του νησιού, υπήρχε μεγαλοπρεπής ναός της Αγίας, που καταστράφηκε το 1810, καθώς οι Άγγλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν το Φρούριο. Σήμερα, ένα μικρό εκκλησάκι προς τιμήν της Αγίας Μαύρας και του συζύγου της, Αγίου Τιμοθέου, υπάρχει στην θέση παλιού προμαχώνα του Φρουρίου, ο οποίος διαμορφώθηκε το 1886 σε ναό. Ο ναός αποτελεί εξωκκλήσιο της ενορίας Ευαγγελιστρίας (Μητροπόλεως) της πόλης της Λευκάδας και κάθε χρόνο, στο πανηγύρι της Αγίας, συρρέουν πλήθη προσκυνητών. Στο ναό της Ευαγγελιστρίας φυλάσσεται μάλιστα και παλαιά εικόνα της Αγίας, τοποθετημένη σε ειδικό προσκυνητάριο.
Η ιστορία για το πως έφτασε η τιμή της Αγίας Μαύρας στην Λευκάδα έχει ως εξής:
Το 1331 το νησί της Λευκάδας περνάει στην κυριαρχία του Ανδηγαυού (Φράγκου) ηγεμόνα Βάλτερου Βρυέννιου. Οι Ανδηγαυοί κατάγονταν από την κωμόπολη Sainte Maure (Αγία Μαύρα), που βρισκόταν στο νομό Intre et Loir της σημερινής Γαλλίας. Φτάνοντας στο νησί, του έδωσαν το όνομα της μακρινής πατρίδας τους και έχτισαν μικρό ναό, ρωμαιοκαθολικού δόγματος, αφιερωμένο στο όνομα της Αγίας Μαύρας.
Στα μέσα του 15ου αιώνα - 130 χρόνια αργότερα – έφτασε στο νησί η Ελένη Παλαιολογίνα, κόρη του Θωμά Παλαιολόγου και σύζυγος του δεσπότη της Σερβίας Λαζάρου Βούκοβιτς. Σκοπός του ταξιδιού της ήταν ο γάμος της κόρης της, Μελίσσας, με τον Δούκα της Λευκάδας, Λεονάρδο Γ’ τον Τόκκο. Στην πορεία τους προς το νησί κινδύνεψαν από σφοδρή θαλασσοταραχή. Η ευσεβής Ελένη τάχθηκε στην Αγία Μαύρα, προς το νησί της οποίας κατευθυνόταν, να σωθεί και να της φτιάξει ναό.
Πράγματι, σώθηκε και έχτισε τον περικαλλή ορθόδοξο ναό της Αγίας Μαύρας. Επίσης, έχτισε ή ανακαίνισε και το μοναστήρι της Οδηγήτριας – στην περιοχή της Απόλπαινας.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'  Ταχὺ προκατάλαβε
Τιμόθεον σήμερον σὺν τῇ συνάθλῳ πιστοί, συζύγῳ τιμήσωμεν, Μαύρᾳ τῇ νύμφῃ Χριστοῦ, τὴν τούτων γεραίροντες, εὔτολμον καρτερίαν. Οὗτοι γὰρ σταυρωθέντες, ἴχνεσι τοῦ σφαγέντος, ἠκολούθησαν πόθῳ, καὶ πάντων τὰς ἁμαρτίας, Σταυρῷ προσηλώσαντος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'  Ταχὺ προκατάλαβε
ς ζεῦγος ὁμόζυγον, καὶ ξυνωρὶς θαυμαστή, Τιμόθεε πάνσοφε, καὶ Μαῦρα νύμφη Χριστοῦ, ἐνθέως ἠθλήσατε, σύμμορφοι γὰρ ὀφθέντες, τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, δόξης ἀκατάλυτου, ἠξιώθητε ἄμφω, πρεσβεύοντες τῷ Σωτήρι, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Μεγαλυνάριον
Ζεῦγος ἁγιόλεκτον τοῦ Χριστοῦ, ξυνωρίς ἁγία ἡ κηρύξασα τόν Χριστόν, Τιμόθεε μάρτυς, ἅμα τῇ λαμπρᾷ Μαύρᾳ, συγχώρησιν πταισμάτων ἡμῖν αἰτήσασθε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις συζυγία ἰσοκλεής, Τιμόθεε μάκαρ, σὺν τῇ Μαύρᾳ τῇ φωταυγεῖ· σύμφρονες γὰρ ὄντες, ἐν βίῳ καὶ ἐν ἄθλοις, καὶ τῶν βραβείων ἅμα κατηξιώθητε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὦ πανθαύμαστε ξυνωρὶς, πανσέβαστον ζεῦγος, γενναιότατοι Ἀθληταί· Τιμόθεε Μάρτυς, σὺ τῇ σεπτῇ συνάθλῳ Μαύρᾳ τῇ στεῤῥοτάτῃ, ἡμῶν τὸ καύχημα..