Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Παντοκράτορας Θεός Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων


Με το να πιστεύουμε «εις ένα Θεό» αποκόπτουμε κάθε πλάνη, που παραδέχεται πολλούς θεούς και χρησιμοποιούμε την πίστη μας σαν όπλο κατά των ειδωλολατρών και εναντίον κάθε αιρετικής δυνάμεως. Με το νά προσθέτουμε όμως το «εις ένα Θεό Πατέρα», αντιμετωπίζουμε τους Ιουδαίους, οι οποίοι αρνούνται το Μονογενή Υιό του Θεού. Γιατί, όπως είπαμε, και πριν ακόμα κηρύξουμε και φανερώσουμε με λεπτομέρεια όσα αναφέρονται στο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, με το να πούμε ότι είναι Πατέρας, ήδη φανερώσαμε και μαρτυρήσαμε ότι είναι Πατέρας του Υιού. Και έτσι, όσο και όπως πιστεύουμε ότι υπάρχει Θεός, τόσο ακριβώς πιστεύουμε ότι έχει και Υιό. Τώρα, πάνω σ’ αυτά, προσθέτουμε ότι είναι και Παντοκράτορας. Και αυτό το λέμε και για τους ειδωλολάτρες και για τους Ιουδαίους, και για όλους τους αιρετικούς.
Μερικοί από τους ειδωλολάτρες είπαν ότι ο Θεός είναι η ψυχή του κόσμου. Άλλοι ότι γη εξουσία Του φθάνει μόνο μέχρι τον ουρανό και όχι και στη γη. Και μερικοί που πλανήθηκαν μαζί μ’ αυτούς, ερμηνεύοντας κακώς το ρητό: «Και η αλήθεια Σου φτάνει μέχρι τα σύννεφα» (Ψαλμ. 107, 5), τόλμησαν να περικλείσουν την Πρόνοια του Θεού μέχρι τα σύννεφα και τον ουρανό και να αποξενώσουν το Θεό από όσα συμβαίνουν στη γη. Αυτοί ξέχασαν τον Ψαλμό που λέει: «Αν ανεβώ στον ουρανό, Εσύ είσαι εκεί, αν κατεβώ στον άδη, είσαι παρών» (Ψαλμ. 138, 8). Αφού λοιπόν δεν υπάρχει τίποτα ψηλότερο από τον ουρανό και το βαθύτερο σημείο της γης είναι ο άδης, άρα Εκείνος που εξουσιάζει τον άδη, ο οποίος είναι το κατώτερο σημείο της γης, εξουσιάζει και τη γη ολόκληρη.
Οι αιρετικοί πάλι, όπως είπαμε και πριν, δεν γνωρίζουν ένα Θεό Παντοκράτορα. Γιατί παντοκράτορας είναι εκείνος που συντηρεί και εξουσιάζει τα πάντα. Εκείνοι όμως που λένε ότι υπάρχει ένας εξουσιαστής της ψυχής και ένας άλλος του σώματος, δεν ομολογούν ως τέλειο εξουσιαστή κανένα από τους δυό, γιατί ο καθένας από αυτούς δεν εξουσιάζει ό,τι εξουσιάζει ο άλλος. Γιατί εκείνος που εξουσιάζει την ψυχή, χωρίς να εξουσιάζει και το σώμα, πώς μπορεί να είναι παντοκράτορας; Αυτός πάλι που εξουσιάζει τα σώματα, χωρίς να εξουσιάζει και τα πνεύματα, πώς μπορεί να είναι παντοκράτορας; Αντίθετα αυτούς τους ελέγχει ο Κύριος λέγοντας: «Περισσότερο να φοβάστε αυτόν που έχει τη δύναμη να θανατώσει στην Κόλαση και την ψυχή και το σώμα» (Ματθ. 10, 28). Γιατί, αν δεν εξουσιάζει και τα δύο, πώς θα τιμωρήσει και τα δύο ο Πατέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού; Πώς είναι δυνατόν να πάρει το σώμα που δεν εξουσιάζει και να το βάλει στην Κόλαση, «αν δεν δέσει πρώτα τον ισχυρό και αν δεν του αρπάξει τα σκεύη;» (Πρβλ. Ματθ. 12, 29).
Αλλ’ όμως η Αγία Γραφή και τα ορθόδοξα δόγματα που στηρίζονται σ’ Αυτήν παραδέχονται και πιστεύουν μόνο σ’ ένα Θεό που με την αυτοδυναμία Του εξουσιάζει τους πάντες και τα πάντα και που με την απόλυτα ελεύθερη θέλησή Του ανέχεται πολλούς και πολλά. Εξουσιάζει και τους ειδωλολάτρες, αλλά τους ανέχεται, γιατί είναι ανεξίκακος. Εξουσιάζει και τους αιρετικούς που απιστούν σ’ Αυτόν, αλλά τους ανέχεται, επειδή είναι μακρόθυμος. Εξουσιάζει και το διάβολο, αλλά τον ανέχεται, γιατί ο Θεός είναι μακρόθυμος, όχι επειδή είναι αδύνατος και νικιέται από το διάβολο. Γιατί ο διάβολος είναι από τα πρώτα δημιουργήματα του Θεού (Ιώβ 40, 19 (14)) και είναι δημιουργημένος να περιπαίζεται, όχι από το Θεό, (γιατί δεν είναι άξιος ούτε να περιπαιχθεί από το Θεό), αλλά από τους αγγέλους, που έχει δημιουργήσει ο Θεός. Επέτρεψε ο Θεός να ζει ο διάβολος, για να γίνουν δύο πράγματα. Πρώτα για να ρεζιλεύεται αυτός περισσότερο, εφόσον θα νικιέται και δεύτερο για να στεφανώνονται οι άνθρωποι. Ω πάνσοφη Θεία Πρόνοια, η οποία χρησιμοποιεί και την κακή προαίρεση του διαβόλου για να σώσει τους πιστούς! Γιατί, όπως ακριβώς τη μισάδελφη προαίρεση των αδελφών του Ιωσήφ, τη χρησιμοποίησε ο Θεός για να οικονομήσει τη σωτηρία τους -αφού πρώτα επέτρεψε σ’ αυτούς, σύμφωνα με το μίσος τους να πουλήσουν τον αδελφό τους, έπειτα βρήκε τρόπο για να αναδειχθεί βασιλιάς αυτός στον οποίο ανα¬παυότανε- έτσι επέτρεψε ο Θεός να παλεύουν οι άνθρωποι με το διάβολο, για να τον νικούν και να στεφανώνονται. Και με τη νίκη τους αυτή ο μεν διάβολος να ντροπιάζεται περισσότερο, αφού θα νικιέται από τους κατά φύση κατώτερους του ανθρώπους, οι δε άνθρωποι να προκύπτουν όλο και περισσότερο, αφού θα κατορθώνουν να νικούν αυτόν που κάποτε υπήρξε αρχάγγελος.
Κανένα πράγμα και κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να βγει έξω από την παντοκρατορική δύναμη του Θεού. Σχετικά με αυτό λέει η Αγία Γραφή: «Τα σύμπαντα είναι δούλα Σου» (Ψαλμ. 118, 91). Από τα σύμπαντα όμως εξαιρούνται ο Ένας και Μονογενής Υιός Του και το Ένα Άγιο Πνεύμα Του. Και ολόκληρος ο υποτελής αυτός κόσμος, «διά του Ενός Υιού και εν Αγίω Πνεύματι», υπηρετεί τον Κύριο. Εξουσιάζει λοιπόν τα πάντα ο Θεός και επειδή είναι μακρόθυμος ανέχεται και τους φονιάδες και τους ληστές και τους πόρνους. Και έχει ορίσει ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο που θα αποδώσει σε καθένα σύμφωνα με το έργο του. Ώστε να καταδικαστούν περισσότερο, εκείνοι στους οποίους δόθηκε μεγάλη χρονική προθεσμία και δεν μετανόησαν, εξαιτίας της σκληρής και κακόβουλης καρδιάς τους. Οι βασιλείς των ανθρώπων που βασιλεύουν στη γη, έχουν από το Θεό μόνο ορισμένο χρόνο αυτή τη βασιλική εξουσία. Αυτό το γεύθηκε κάποτε εμπειρικά ο Ναβουχοδονόσορ και είπε ότι «η Βασιλεία του Θεού είναι Βασιλεία αιώνια και η εξουσία Του παντοτινή σε όλες τις γενιές» (Δαν. 4, 3).
Δεν ανήκουν στο διάβολο ο πλούτος, το χρυσάφι και τα χρήματα, όπως μερικοί νομίζουν. Γιατί «στον πιστό ανήκει όλος ο κόσμος των χρημάτων, στον άπιστο όμως ούτε δεκάρα» (Παροιμ. 17, 6α). Και δεν υπάρχει κανείς πιο άπιστος από το διάβολο. Αυτό το λέει ο Θεός ολοφάνερα με το στόμα του προφήτη Αγγαίου: «Δικό μου είναι το χρυσάφι, δικά μου είναι τα χρήματα» (Αγγ. 2, 9) και «σε όποιον θέλω τα δίνω» (Πρβλ. Λουκ. 4, 6). Εσύ μονάχα να τα χρησιμοποιείς καλά και δεν είναι αξιοκατάκριτα τα χρήματα. Όταν όμως εσύ το καλό το χρησιμοποιείς άσχημα, τότε, επειδή δεν θέλεις να κατακρίνεις τον εαυτό σου για την κακή χρήση, ρίχνεις το φταίξιμο με πολλή ασέβεια στο Δημιουργό του. Μπορεί κανείς και έχοντας χρήματα να σωθεί; «Ήμουν πεινασμένος και μου δώσατε να φάω» (Ματθ. 25, 35), οπωσδήποτε χρησιμοποιώντας τα χρήματα σας. «Ήμουν γυμνός και με ντύσατε» (Ματθ. 25,36), οπωσδήποτε χρησιμοποιώντας τα χρήματά σας. θέλεις να μάθεις πώς μπορούν να γίνουν είσοδος για τη Βασιλεία των Ουρανών τα χρήματα; «Πούλησε» είπε ο Κύριος, «τα υπάρχοντά σου, δος τα στους φτωχούς και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς» (Ματθ. 19, 21).
Αυτά σας τα είπα για τους αιρετικούς που αναθεματίζουν τα χτήματα, τα χρήματα και τα σώματα. Γιατί δεν σε θέλω ούτε δούλο των χρημάτων, ούτε να βλέπεις με μάτι εχθρικό όσα δόθηκαν από το Θεό για την εξυπηρέτηση των ανθρώπων. Ποτέ λοιπόν να μην πεις ότι τα χρήματα είναι του διαβόλου. Και αν ο διάβολος λέει: «Αυτά όλα θα σου τα δώσω» (Ματθ. 4, 9), επειδή «μου έχουν παραδοθεί» (Λουκ. 4, 6), μπορεί όμως κανείς και να μην πιστέψει στα λόγια του. Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στον ψεύτη. Ίσως τώρα να αναγκάστηκε από τη δύναμη Εκείνου που είχε μπροστά του και είπε την αλήθεια. Γιατί δεν είπε «αυτά όλα θα σου τα δώσω, επειδή μου ανήκουν, αλλά «επειδή μου έχουν παραδοθεί». Γιατί ο διάβολος δεν είχε την κυριαρχία πάνω σε όσα υποσχόταν στο Χριστό, αλλά ομολόγησε ότι του είχε παραχωρηθεί η διαχείρηση όλων αυτών. Κάθε φορά δε που καλείται κάποιος να ερμηνεύσει λόγια του διαβόλου πρέπει πρώτα-πρώτα να διευκρινίζει το θέμα, αν τα λόγια αυτά είναι αληθινά ή ψεύτικα.
Ένας λοιπόν είναι ο Θεός, ο Πατέρας, ο Παντοκράτορας, τον οποίο τόλμησαν οι μαθητές των αιρετικών να τον δυσφημούν. Τόλμησαν να δυσφημήσουν τον «Κύριο Σαβαώθ, Αυτόν που κάθεται πάνω στα Χερουβίμ» (Ψαλμ. 79, 2). Τόλμησαν να δυσφημήσουν τον Κύριο που εξουσιάζει τα πάντα. Τόλμησαν νά βλασφημήσουν Αυτόν που οι προφήτες ονομάζουν και φανερώνουν ως Παντοκράτορα Θεό.
Εσύ όμως Έναν να προσκυνάς, τον Παντοκράτορα Θεό, «τον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Ρωμ. 15, 6), ξεφεύγοντας από την πολυθεΐα και από κάθε άλλη αίρεση και λέγοντας μαζί με τον Ιώβ: «Τα ανεξιχνίαστα, ένδοξα και εξαίσια είναι τόσα πολλά, ώστε να μη μπορούν να μετρηθούν» (Πρβλ. Ιώβ 5,9). Και το «τα ένδοξα και τα εξαίσια είναι η δόξα και η μεγαλοπρέπεια του Παντοκράτορα, και η τιμή που δίνει στον άνθρωπο ο Παντοκράτορας» (Ιώβ 37, 22). Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Αγ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, «Κατηχήσεις», εκδ. Ετοιμασία, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέα. Κατήχηση Η΄, σ. 159-163)

«Ποιητής ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων» Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων


Με τα σαρκικά μάτια είναι αδύνατου να δούμε το Θεό, γιατί καθετί που δεν είναι υλικό-σωματικό δεν μπορεί να δώσει σχετικό ερέθισμα στα μάτια του ανθρώπου. Αυτό μας το φανέρωσε ο Μονογενής Υιός του Θεού όταν είπε: «Κανένας ποτέ δεν είδε το Θεό» (Πρβλ. Ιωάν. 1, 18). Κι αν νομίζει κανείς ότι ο προφήτης Ιεζεκιήλ είδε το Θεό, σύμφωνα με όσα γράφονται στο βιβλίο των προφητειών του, ας προσέξουμε καλά τι λέει το βιβλίο: «Είδε ομοίωμα της δόξας του Κυρίου» (Πρβλ, Ιεζ. 1, 28), όχι τον Ίδιο τον Κύριο. «Είδε ομοίωμα της δόξας» και όχι αύτη την ίδια την δόξα Του, όπως είναι πραγματικά. Και όταν είδε μονάχα το ομοίωμα της δόξας και όχι την ίδια τη δόξα, έπεσε καταγής από το φόβο του. Αφού λοιπόν η θέα του ομοιώματος της δόξας γέμισε φόβο και αγωνία τους προφήτες, οποιοσδήποτε θα επιχειρούσε να δει το Θεό, θα έχανε τη ζωή του, όπως λέει η Αγία Γραφή: «Κανένας δεν θα μείνει ζωντανός, αν δει το πρόσωπό μου» (Πρβλ. Εξ. 33,20). Γι’ αυτό, από τη μεγάλη Του φιλανθρωπία ο Θεός, άπλωσε τον ουρανό σαν παραπέτασμα που θα κάλυπτε τη θεότητά Του, για να μην καταστραφούμε. Αυτό δεν το λέω εγώ, αλλά το είπε ο προφήτης Ησαΐας: «Αν ανοίξεις τον ουρανό, θα τρομάξουν τα βουνά και θα λιώσουν» (Ησ. 63, 19). Και γιατί στέκεσαι με θαυμασμό και απορία μπροστά στο γεγονός ότι ο Ιεζεκιήλ έπεσε κατάπληκτος, μόνο και μόνο που είδε το ομοίωμα της δόξας του Κυρίου, εφόσον ο προφήτης Δανιήλ έπαθε τα ίδια; Κατατρόμαξε δηλαδή και έβαλε το πρόσωπό του στη γη, μόνο και μόνο που του φανερώθηκε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, ο οποίος είναι λειτουργικό πνεύμα αφιερωμένο στην εξυπηρέτηση των βουλών του Κυρίου, και μέχρι που πήρε ο άγγελος ανθρώπινη μορφή, δεν τόλμησε να απαντήσει ο προφήτης; Αφού η θέα του αρχαγγέλου Γαβριήλ έφερνε τρόμο στους προφήτες, αν φανερωνότανε ο ίδιος ο Θεός όπως είναι, δεν θα χάνονταν όλοι;
Είναι αδύνατον λοιπόν να δούμε τη Θεία Φύση με σαρκικά μάτια. Από τα έργα του Θεού μπορούμε να φανταστούμε τη δύναμή Του, όπως είπε ο Σολομώντας: «Από το μέγεθος και την ομορφιά των δημιουργημάτων ανάγεται κανείς στη θεώρηση του Θεού κατά αναλογία» (Σοφ. Σολ. 13, 5). Δεν είπε ότι ανάγεται κανείς στη θεωρία του Θεού διά μέσου των κτισμάτων, αλλά πρόσθεσε και το «κατά αναλογία». Γιατί ο Θεός παρουσιάζεται στον άνθρωπο τόσο Μεγαλοπρεπής, όσο πιο πλήρη και πιο επιστημονική γνώση αποκτά ο άνθρωπος για τα δημιουργήματα του Θεού. Και όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιεί αυτή τη γνώση και κατανύγεται μυστικά και λατρευτικά ενώπιον του Θεού, τότε χαριτώνεται να αποκτήσει τελειότερη και καλύτερη αντίληψη για το Θεό, χωρίς όμως και η αντίληψη αυτή να πλησιάζει την πραγματικότητα του Θεού.
Θέλεις να μάθεις πώς είναι αδύνατον να κατανοήσουμε τη φύση του Θεού; Οι τρεις Παίδες όταν βρίσκονταν στο πυρωμένο καμίνι και υμνούσαν το Θεό έλεγαν: «Ευλογημένος είσαι που βλέπεις από ψηλά τα απύθμενα βάθη των θαλασσών, Εσύ που κάθεσαι πάνω στα Χερουβίμ» (Δαν. 3,55). Πες μου, αν μπορέσεις, ποιά είναι η φύση των Χερουβίμ και τότε προσπάθησε να δεις και Εκείνον που κάθεται πάνω στα Χερουβίμ. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ βέβαια μας περιέγραψε τη μορφή τους, όσο του ήταν δυνατόν και είπε: «Το καθένα από αυτά είχε τέσσερα πρόσωπα. Το ένα ήταν πρόσωπο ανθρώπου, το άλλο λιονταριού, το άλλο αετού και το άλλο μοσχαριού» (Πρβλ. Ιεζ. 1,10). Και ότι «καθένα είχε έξι φτερούγες» (Ησ. 6, 2) και ότι «σε κάθε σημείο του σώματός του ήταν μάτια. Και κάτω από το καθένα βρισκόταν ένας τροχός με τέσσερα μέρη» (Πρβλ, Ιεζ. 10, 12), Παρόλο όμως που ο προφήτης μας περιέγραψε τη μορφή τους, δεν μπορούμε εμείς, ακόμα και τότε που μελετάμε την περιγραφή τους, να τα κατανοήσουμε. Αν λοιπόν το θρόνο του Θεού, τον οποίο μας περιέγραψε ο προφήτης δεν μπορούμε να εννοήσουμε, πώς θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε Εκείνον που κάθεται πάνω στο θρόνο και είναι Θεός αόρατος και ανεκδιήγητος; Είναι αδύνατον να κατανοήσουμε με τη διανοητική σχολαστική έρευνα τη φύση του Θεού. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να Τον δοξάζουμε, ατενίζοντας και μελετώντας τα δημιουργήματά Του.
Αυτά σας τα λέω γιατί το επιβάλλει η συνέχεια του άρθρου στο Σύμβολο της Πίστεως, κατά το οποίο λέγομε: «Πιστεύουμε σε Ένα Θεό, Πατέρα, Παντοκράτορα, δημιουργό του ουρανού και της γης, όλων των ορατών και των αοράτων», με το σκοπό να θυμόμαστε και να ομολογούμε ότι «Αυτός είναι ο Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» (Πρβλ. Εφεσ. 1, 3) και ότι Αυτός είναι ο Δημιουργός του ουρανού και της γης. Και ακόμα για να προφυλαγόμαστε από τις πλάνες των άθεων αιρετικών που κατά καιρούς τόλμησαν, και τολμούν και τώρα, να αποδίδουν ανεπίτρεπτα ονόματα και ιδιώματα στον Πάνσοφο Θεό, το δημιουργό και κατασκευαστή και τεχνίτη όλου αυτού του γνωστού και άγνωστου σε μας κόσμου, επειδή βλέπουν μονάχα με τα σαρκικά μάτια τους και επειδή έχουν τυφλωμένα τα πνευματικά.
Ποιό λοιπόν ψεγάδι βρίσκουν στο τόσο μεγάλο αυτό δημιούργημα του Θεού; Έκπληκτοι έπρεπε να θαυμάσουν και να γνωρίσουν τα ουράνια σώματα. Έπρεπε να προσκυνήσουν Εκείνον που έστησε «σαν καμάρα θολωτή τον ουρανό» (Ησ. 40,22). Εκείνον που από τα ρευστά υδάτινα στρώματα δημιούργησε το ακίνητο στερέωμα. Επειδή είπε ο Θεός: «Να γίνει ο ουράνιος θόλος της γης μεταξύ των υδάτων» (Γεν, 1, 6). Μια φορά το είπε ο Θεός και στάθηκε ο ουρανός και δεν πέφτει. Νερό είναι το στοιχείο του ουρανού και από φωτιά είναι όσα βρίσκονται μέσα σ’ αυτόν, δηλαδή ο ήλιος, το φεγγάρι και τα αστέρια. Πώς λοιπόν τρέχουν τα πύρινα μέσα στο υδάτινο στερέωμα; Και αν κάποιος αμφιβάλλει, επειδή είναι αντίθετα στοιχεία το νερό και η φωτιά, ας θυμηθεί ότι τον καιρό του Μωυσή στην Αίγυπτο, μαζί με το φοβερό χαλάζι που έπεφτε, ριχνότανε και φωτιά, φοβεροί κεραυνοί. Κι ας δει την πάνσοφη δημιουργία του Θεού. Γιατί κατασκεύασε τον ουρανό από τα ύδατα; Επειδή επρόκειτο να καλλιεργηθεί η γη και χρειάζονταν νερά, ώστε, όταν είναι εποχή που η γη χρειάζεται νερό, να είναι από τη φύση του έτοιμος και ο ουρανός να το προσφέρει.
Μήπως δεν είναι να θαυμάζει κανείς και μόνο σαν ατενίζει αυτό το υπέροχο κτίσμα του Θεού, τον ήλιο; Αυτός «μοιάζει με ένα μικρό σκεύος» (Σοφ. Σειρ. 43, 2), το οποίο όμως περιέχει μεγάλη δύναμη. Βγαίνει στην Ανατολή και στέλνει το φως του μέχρι τη Δύση. Ο προφήτης Δαβίδ περιέγραψε στο Ψαλτήρι την ανατολή του ήλιου και είπε: «Και αυτός μοιάζει με νυμφίο που βγαίνει από το νυφικό θάλαμο» (Ψαλμ. 18, 6). Έτσι περιέγραψε την ομορφιά και τη συμμετρία που παρουσιάζει κατά την πρωινή εμφάνισή του στους ανθρώπους. Κατά το μεσουράνημά του βέβαια πολλές φορές τον αποφεύγουμε, επειδή καίει πολύ. Ενώ κατά την ανατολή είναι ευχάριστος σε όλους και μοιάζει, καθώς τον ατενίζει κανείς, με νυμφίο. Παρατήρησε τη λει¬τουργικότητά του -καλύτερα όχι τη δική του, αλλά τη σοφία Εκείνου που όρισε με το πρόσταγμά Του τη διαδρομή του ήλιου. Πώς το Καλοκαίρι ανεβαίνει ψηλότερα και κάνει μεγαλύτερες τις
ημέρες, δίνοντας ατούς ανθρώπους την ευκαιρία να εργαστούν. Και πώς το Χειμώνα μικραίνει την τροχιά του, για να μην έχει μεγάλη διάρκεια η εποχή του κρύου, αλλά με το να γίνονται οι νύχτες μεγαλύτερες βοηθούν και τους ανθρώπους να ξεκουράζονται και τη γη να καρποφορεί. Πρόσεξε ακόμα με πόση τάξη αλλάζουν διάρκεια οι ημέρες. Το Καλοκαίρι μεγαλώνουν και το Χειμώνα μικραίνουν, ενώ την Άνοιξη και το Φθινόπωρο είναι ‘ίσες με τις νύχτες. Τα ίδια περίπου κάνουν και οι νύχτες, όπως λέει γι’ αυτές και ο Ψαλμωδός: «Η κάθε μέρα μιλάει στην επομένη της και της λέει κάτι για το Θεό και η κάθε νύχτα φανερώνει στην επομένη της κάποια καινούρια εμπειρία της για τη γνώση του Θεού, του Δημιουργού του Σύμπαντος» (Πρβλ. Ψαλμ. 18, 3)2. Στους αιρετικούς, που δεν ενδιαφέρονται να μάθουν την αλήθεια, σχεδόν κραυγάζουν με την εύρυθμη λειτουργικότητα τους και λένε πως δεν υπάρχει κανένας άλλος Θεός ή κάποιος άλλος που δημιούργησε, ρύθμισε και έβαλε σε τάξη όλο τον κόσμο, αλλά ο Ένας και Αληθής και Μοναδικός Θεός.
Κανένας να μην ανέχεται μερικούς που λένε ότι άλλος Θεός δημιούργησε το φως και άλλος το σκοτάδι. Ας θυμάται τον προφήτη Ησαΐα που λέει: «Εγώ είμαι ο Θεός και έφτιαξα το φως και δημιούργησα το σκοτάδι» (Ης. 45, 7). Γιατί στενοχωριέσαι γι’ αυτό, άνθρωπέ μου; Γιατί η ψυχή σου δυσκολεύεται να παραδεχθεί ότι και η νύχτα είναι μια ξεχωριστή χρονική περίοδος, που δίνεται από το Θεό στον άνθρωπο για την ανάπαυσή του; Δεν θα άφηναν ποτέ τα αφεντικά το δούλο τους να ξεκουραστεί, αν δεν τους εμπόδιζε για μερικές ώρες το σκοτάδι της νύχτας. Πώς θα ανανεωνόμασταν από το βαρύ κόπο, που φέρνει πολλές φορές η ημέρα, αν δεν υπήρχαν οι νύχτες; Κάποιος που την προηγούμενη ημέρα κοπίασε πολύ, την επόμενη αυγή γίνεται ρωμαλέος, επειδή αναπαύτηκε τη νύχτα.¬ Υπάρχει χρόνος πιο χρήσιμος για την εργασία των σοφών
και για την απόκτηση της σοφίας από τις νυχτερινές ώρες; Γιατί πολλές φορές, κατά τη νύκτα σκεπτόμαστε και μελετάμε ό,τι έχει σχέση με το Θεό. Κατά τη νύχτα διαβάζουμε και εντρυφούμε στο λόγο του Θεού. Ποιές ώρες του εικοσιτετραώρου η διάνοιά μας είναι πιο καλοδιάθετη για προσευχή και ψαλμωδία; Δεν είναι οι νυχτερινές; Ποιά ώρα, πολλές φορές, συναισθανθήκαμε τις αμαρτίες μας; Δεν έγινε αυτό κατά τη νύχτα; Λοιπόν, ας μην πιστεύουμε, πολύ κακώς, ότι άλλος, εκτός του Θεού, είναι ο Δημιουργός της νύχτας. Γιατί η πείρα απέδειξε ότι η νύχτα είναι χρήσιμο δώρο του Θεού στον άνθρωπο.
Θα έπρεπε όσοι ασχολούνται με τη δημιουργία του κόσμου, όχι μόνο να εκπλαγούν και να θαυμάσουν τη δημιουργία του ήλιου και της σελήνης, αλλά και τα πλήθη των αστέρων, που σε ξεχωριστές ομάδες κινούνται με τόση τάξη. Να θαυμάσουν και τις τροχιές τους, που δεν βρίσκουν κανένα εμπόδιο και ακόμα την ανατολή τους, που γίνεται την πιο κατάλληλη ώρα. Ακόμα να θαυμάσουν πως άλλα αστέρια μας φανερώνουν το Καλοκαίρι και άλλα το Χειμώνα. Πως άλλα μας σημαίνουν την εποχή της σποράς και άλλα τον καιρό που μπορεί κανείς να ξεκινήσει ένα θαλάσσιο ταξίδι. Έτσι ο άνθρωπος που βρίσκεται σε πλοίο και πλέει μέσα σε ακατάπαυστα κύματα, με το να κυττάζει μονάχα τα αστέρια μπορεί να προσανατολίζει το πλοίο του. Γι’ αυτά όλα τα πράγματα λέει πολύ καλά η Αγία Γραφή: «Ας είναι αυτά τα αστέρια σημάδια μετεωρολογικών και άλλων φαινομένων και ας δείχνουν τις μεταβολές των εποχών και των χρόνων» (Γεν. 1, 14) και ας μην είναι για αστρομαντεία και ειδωλολατρική μυθολογία. Πρόσεξε ακόμη πόσο ωραία μας χαρίζει το φως της ημέρας, το οποίο έρχεται προοδευτικά. Δεν βλέπουμε τον ήλιο αμέσως μόλις ανατείλει, αλλά έρχεται στην αρχή λίγο φως, για να προετοιμαστεί η κόρη του ματιού να αντικρύσει το μεγαλύτερο φως των ακτίνων του ήλιου, όπως και το σκοτάδι της νύχτας το γλύκανε με το φεγγοβόλημα της σελήνης.
«Ποιός άνθρωπος είναι πατέρας της βροχής και ποιός γέννησε τις χοντρές σταγόνες της δροσιάς;» (Ιώβ 38, 28). Ποιός πύκνωσε τον αέρα σε σύννεφα και τα πρόσταξε να κρατούν τα νερά της βροχής, ποιός τα φέρνει κατά καιρούς από το βορρά πορφυρόχρυσα και φωτεινά, ποιός αδιάκοπα αλλάζει τις μορφές και τα σχήματά τους σε ποικίλους κυκλικούς και χίλιους δυό άλλους σχηματισμούς; Ποιός έχει τέτοια δύναμη σοφίας, ώστε να μετράει τα σύννεφα; Γι’ αυτόν λέει ο Ιώβ: «Αυτός ξέρει τον τρόπο να διαλύει τα σύννεφα» (Ιώβ 37, 16) και τον ουρανό τον κατέβασε στη γη. Επίσης λέει: «Αυτός που με τη σοφία Του μετράει τον αριθμό των σύννεφων» (Ιώβ 38, 37) και το: «Κανένα σύννεφο δεν σπάζει κάτω από τον ουρανό» (Ιώβ. 26, 8). Τόσο νερό έχουν τα σύννεφα και δεν σπάζουν, αλλά πέφτει το νερό στη γη με τόση τάξη! «Ποιός βγάζει τους ανέμους από το θησαυροφυλάκιο τους;» (Ψαλμ. 134, 7) και «Ποιός», όπως ξανάπαμε, «γεννάει τις χοντρές σταγόνες της δροσιάς;» (Ιώβ 38, 28). «Από τίνος την κοιλιά βγαίνει ο κρύσταλλος;» (Ιώβ 38, 29). Γιατί η φύση του κρυστάλλου είναι υδάτινη, ενώ η ενέργειά του είναι σαν του λιθαριού; Άλλοτε το νερό γίνεται χιόνι, άσπρο σαν μαλλί. Άλλοτε το νερό στα χέρια του Δημιουργού γίνεται ομίχλη και ραντίζεται σαν σκόνη στάχτης, στην επιφάνεια της γης (Ψαλμ 147, 5) κι άλλοτε γίνεται σκληρό σαν λιθάρι, γιατί ο Δημιουργός τιμονεύει το νερό όπως κι αν θελήσει. Η φύση του νερού είναι μία. Έχει πάντοτε τα ίδια συστατικά, αλλά η ενέργειά του λειτουργεί πολυδύναμα. Το νερό γίνεται στα αμπέλια κρασί, που ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου και λάδι στις ελιές, που ομορφαίνει το πρόσωπό του (Πρβλ. Ψαλμ. 103, 15). Μεταβάλλεται ακόμα και σε ψωμί, που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου και σε πολλούς και διάφορους άλλους καρπούς.
Τί έπρεπε λοιπόν για όλα αυτά να γίνεται; Να βλασφημείται ο Δημιουργός ή περισσότερο να προσκυνείται; Και ακόμα δεν έχω αναφέρει όλα τα δημιουργήματα της σοφίας Του, που είναι αόρατα. Παρατήρησε την Άνοιξη και τα λουλούδια. Όλα έχουν την ίδια φύση, αλλά ξέχωρη εμφάνιση. Το κατακόκκινο χρώμα του τριαντάφυλλου και το κάτασπρο του κρίνου. Όλα είναι φυτεμένα στο ίδιο χώμα και τα ποτίζει το ίδιο νερό, αλλά ποιός τα ξεχωρίζει σε είδη, ποιός τα δημιουργεί; Παρατήρησε την ακρίβεια. Όλα τα δέντρα έχουν μια και την αυτή φύση. Όμως άλλα απ’ αυτά χρησιμεύουν για ξύλευση και άλλα για να παράγουν καρπούς κατάλληλους για τροφή και μάλιστα διάφορους το κάθε είδος. Και όλα αυτά είναι δημιουργήματα του ίδιου Δημιουργού. Από το ίδιο αμπέλι, άλλα κλαδιά χρησιμοποιούνται για τη φωτιά, άλλα τα αφήνουν να πετάξουν βλαστάρια, άλλα κάνουν φύλλωμα, άλλα τους έλικες και άλλα τα σταφύλια. Θαύμασε πόσους κόμπους έχουν τα καλάμια, που έφτιαξε ο τεχνίτης. Από την ίδια γη βγαίνουν όλα τα ερπετά, θηρία και κτήνη και τα ξύλα και οι τροφές και το χρυσάφι και το ασήμι και ο χαλκός και ο σίδηρος και οι πέτρες. Από την ίδια φύση του νερού προέρχονται και τα υδρόβια ζώα και τα πτηνά. Και όμως, ο ίδιος Δημιουργός τα έκανε έτσι ώστε, με όση ευκολία τα υδρόβια κολυμβούν στα νερά, με άλλη τόση να πετούν στον αέρα τα πτηνά.
«Αυτή η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρη, εκεί υπάρχουν αναρίθμητα ερπετά» (Ψαλμ. 103, 25). Ποιός μπορεί να διηγηθεί την ομορφιά των ψαριών που υπάρχουν μέσα στη θάλασσα; Ποιός μπορεί να περιγράψει το μέγεθος των κητών και να παρουσιάσει την οργανική κατάσταση των αμφίβιων ζώων; Πώς ζουν και συντηρούνται και στην ξηρά και στη θάλασσα; Ποιός μπορεί να παραστήσει το βυθό και το πλάτος της θάλασσας ή την ορμή των πελώριων κυμάτων; Αυτή όμως σταματάει στα όρια που της έθεσε Εκείνος που είπε: «Μέχρις εδώ θα φτάσεις και δεν θα ξεπεράσεις αυτό το όριο. Και μέσα σου θα συντρίβονται τα κύματά σου»
(Ιώβ 38, 11). Αυτή λοιπόν η θάλασσα, θέλοντας να φανερώσει τη συμμόρφωσή της με το πρόσταγμα που της έδωσε ο δημιουργός της, όταν ξεχύνεται έξω με τα κύματά της, αφήνει μια εμφανή γραμμή στο γυαλό, σαν να θέλει μ’ αυτό τον τρόπο να δείξει σ’ αυτούς που τη βλέπουν, ότι δεν παρέβηκε τους όρους που, με το πρόσταγμά Του, της έθεσε ο Δημιουργός.
Ποιός μπορεί να διερευνήσει τη φύση των άγριων πουλιών που πετούν στον αέρα; Πώς γίνεται και άλλα έχουν καλλικέλαδη γλώσσα, άλλα έχουν πολύχρωμες φτερούγες σαν ζωγραφιές και άλλα, όπως το γεράκι, πετούν ψηλά και στέκονται ακίνητα στη μέση του αιθέρα; Διότι, μετά από τη Θεία προσταγή, το γεράκι, αφού τέντωσε τις φτερούγες του, στάθηκε ακίνητο, ατενίζοντας προς το Νότο (Πρβλ. ‘ Ιώβ 39,26). Ποιός άνθρωπος μπορεί να ατενίσει τον αετό που υψώθηκε στον αχανή αέρα; Και αν δεν μπορείς να κατανοήσεις το πιο άλογο όρνιο που υψώθηκε στον αέρα, πώς θέλεις να κατανοήσεις το Δημιουργό όλου του κόσμου;
Ποιός άνθρωπος έμαθε ποτέ έστω και τα ονόματα όλων των θηρίων; Ή μήπως μπορεί κανείς να ερευνήσει τη φυσιολογία του καθενός από αυτά; Και αν δεν γνωρίζουμε ούτε όλων των θηρίων τα ονόματα, πώς θα κατανοήσουμε το Δημιουργό όλων αυτών; Ένα ήταν το πρόσταγμα του Θεού που είπε: «Ας βγάλει η γη θηρία, κτήνη και ερπετά, το καθένα κατά το είδος του» (Πρβλ. Γεν. 1,24). Και με το μοναδικό αυτό πρόσταγμα του Θεού από την ίδια γη δημιουργήθηκαν διάφορα είδη ζώων, με διάφορη φύση το καθένα, όπως το πρόβατο που είναι το πιο ήμερο ζώο και το λιοντάρι που είναι σαρκοφάγο. Οι διάφορες άλογες κινήσεις των ζώων μιμούνται διάφορες χαρακτηριστικές κινήσεις των ανθρώπων, καθώς αυτοί με την ελεύθερη προαί ρεσή τους λειτουργούν τα πάθη τους ή τις αρετές τους¬. Έτσι η αλεπού φανερώνει την αθλιότητα των ανθρώπων, το φίδι
τους πικρόλογους φίλους και το άλογο που χρεμετίζει, τους ακόλαστους νέους. Το γοργοκίνητο μυρμήγκι διεγείρει τον οκνηρό και το νωθρό. Γιατί, όταν κανείς είναι νέος και παραμένει αργός, τότε διδάσκεται από τα άλογα ζώα και ελέγχεται από την Αγία Γραφή που λέει: «Πήγαινε στο μυρμήγκι, οκνηρέ, και φρόντισε να μάθεις τον τρόπο της ζωής του και γίνε σοφώτερος από εκείνο» (Παροιμ. 6, 6). Και αφού δεις, λέει η Αγία Γραφή, το μυρμήγκι να συγκεντρώνει εγκαίρως την τροφή του για το Χειμώνα, να το μιμηθείς. Και συγκέντρωσε θησαυρούς από έργα αγαθά, για να τα βρεις στη μέλλουσα ζωή. Και πάλι λέει: «Πήγαινε να συναντήσεις τη μέλισσα και μάθε ότι είναι εργατική» (Παροιμ. 6, 8α). Κύτταξε πως τριγυρίζει και συγκεντρώνει τη γύρη από διάφορα λουλούδια και φτιάχνει με αυτή προς χάρη σου το μέλι. Ώστε, αφού διατρέξεις και συ όλες τις Άγιες Γραφές, να επιμεληθείς του έργου της σωτηρίας σου και πλημμυρισμένος από τις θείες διδασκαλίες, να πεις: «Πόσο γλυκά είναι στο λάρυγγά μου τα λόγια Σου! Είναι πιο γλυκά από μέλι και κηρύθρα στο στόμα μου» (Ψαλμ. 118, 103).
Άρα λοιπόν δεν είναι άξιος να δοξάζεται ο τεχνίτης; Τί νομίζεις; ‘ Επειδή δεν γνωρίζεις εσύ την υπόσταση του καθενός, είναι και χωρίς νόημα όσα έχουν δημιουργηθεί; Μήπως μπορείς να γνωρίσεις την ενέργεια κάθε χόρτου; Ή μήπως μπορείς να εννοήσεις την ωφέ¬λεια που προέρχεται από κάθε ζώο; Και αυτό ακόμα το δηλητήριο των φιδιών έχει δοθεί ως φάρμακο – αντίδοτο και έχει σώσει πολλούς ανθρώπους. Αλλά θα μου πεις: Φοβερό ζώο το φίδι! Να έχεις στην ψυχή σου το φόβο του Θεού και το φίδι δεν θα μπορέσει να σου κάνει κακό. Ο σκορπιός δαγκώνει! Να έχεις στην ψυχή σου το φόβο του Θεού και δεν θα σε δαγκώσει. Το λιοντάρι είναι αιμοβόρο! Να έχεις στην ψυχή σου το φόβο του Θεού και θα καθήσει ήσυχα κοντά σου, όπως στον προφήτη Δανιήλ. Πραγματικά, είναι αξιοθαύμαστη και η ενέργεια των ζώων. Αλλά από αυτά, όπως π.χ. ο σκορπιός, έχουν στις δαγκάνες τους το δηλητήριο, ενώ άλλα έχουν τη δύναμή τους στα δόντια τους. Άλλα επιτίθενται με τα νύχια τους. Επίσης σ’ ένα ερπετό, που το λένε βασιλίσκο, η δύναμή του βρίσκεται στην όρασή του. Από όλη αυτή λοιπόν την ποικιλία των δημιουργημάτων, εννόησε τη θεϊκή δύναμη του Δημιουργού σου.
Ίσως όμως αυτά δεν τα γνωρίζεις. Ας μη σε απασχολήσουν λοιπόν τα ζώα, οι ζώντες οργανισμοί, που βρίσκονται έξω από τον εαυτό σου. Έλα στον εαυτό σου και από τη δική σου ύπαρξη εννόησε τον τεχνίτη. Τί παράτερο και κακότεχνο υπάρχει πάνω στο σώμα σου, που δεν έχει λόγο και νόημα; Χαλιναγώγησε τον εαυτό σου και δεν θα προέλθει από κανένα μέλος του σώματός σου τίποτα κακό. Στην αρχή της δημιουργίας ο Αδάμ ήταν με την Εύα στον Παράδεισο γυμνός (Πρβλ. Γεν. 2, 25). Αλλά δεν διώχθηκε από εκεί εξαιτίας των μελών του. Άρα λοιπόν, δεν είναι αίτια της αμαρτίας τα μέλη του σώματος, αλλά αίτιοι είναι εκείνοι που χρησιμοποιούν τα μέλη κακώς. Ο δημιουργός των μελών του σώματος είναι σοφός. Ποιός έκανε κατά τέτοιο τρόπο τη μήτρα της γυναίκας, ώστε να μπορεί να διογκώνεται τόσο κατάλληλα, για να κυοφορούνται τα βρέφη; Ποιός δίνει την ψυχή στα έμβρυα; Ποιός μας στήριξε με τον οστέινο σκελετό και το νευρικό σύστημα; Ποιός περιέβαλε αυτό το σκελετό με τα σαρκώματα και το δέρμα και ποιός κάνει τους μαστούς να τρέχουν γάλα, μόλις γεννηθεί το βρέφος; Πώς μεγαλώνει το βρέφος και γίνεται παιδί και αυτό νέος, μετά άνδρας και πάλι ο ίδιος αυτός γίνεται γέρος, χωρίς να αντιλαμβάνεται με ακρίβεια την αλλαγή που συμβαίνει επάνω του καθημερινά; Πώς ένα μέρος από την τροφή γίνεται αίμα, άλλο αποβάλλεται, και άλλο μεταβάλλεται σε σάρκα; Ποιός κινεί αδιάκοπα την καρδιά; Ποιός έχει ασφαλίσει με τα βλέφαρα την απαλότητα των ματιών, των οποίων τη θαυμαστή και πολύπλοκη κατασκευή μόλις και με δυσκολία καταφέρνουν να εξηγήσουν τα ογκώδη ιατρικά συγγράμματα; Ποιός έδωσε σε όλο το σώμα μια αναπνοή; Μελετώντας όλα αυτά, άνθρωπε, μπορείς να γνωρίσεις το Σοφό Κατασκευαστή και Δημιουργό.
Με όλα αυτά πήρε μάκρος ο λόγος, παρόλο που έχω πολλά άλλα ακόμα παραλείψει και μάλιστα, εκείνα που έχουν σχέση με τα ασώματα και τα αόρατα. Με αυτό τον τρόπο θέλησα να σε βοηθήσω να μισήσεις αυτούς που βλασφημούν το σοφό και αγαθό τεχνίτη. Από όσα επίσης έχουμε πει και από όσα θα διαβάσεις και από όσα συ ο ίδιος θα ανακαλύψεις ή θα μπορέσεις να εννοήσεις -πολύ περισσότερο από το υπερβολικό κάλλος των δημιουργημάτων- θα έρθεις σε αίσθηση και θα εννοήσεις το Δημιουργό (Πρβλ. Σοφ. Σολ. 13,5). Θα προσκυνήσεις με ευλάβεια το Δημιουργό όλων των αισθητών και νοητών, των ορατών και των αοράτων. Και με ευγνώμονα και δοξολογική φωνή, με ασίγητα χείλη και καρδιά θα ανυμνείς το Θεό λέγοντας: «Πόσο αξιοθαύμαστα είναι τα έργα Σου Κύριε! Όλα τα έχεις δημιουργήσει με σοφία» (Πρβλ. Ψαλμ. 103, 24), Σε Σένα λοιπόν πρέπει η τιμή, η δόξα και η μεγαλωσύνη, τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Αγ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, «Κατηχήσεις», εκδ. Ετοιμασία, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέα. Κατήχηση Θ΄, σ. 164-175)

«Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα» Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων


Για το θέμα της μοναρχίας του Θεού, είπαμε αρκετά. Αρκετά λέω και δεν εννοώ ανάλογα με τη σπουδαιότητα του θέματος -γιατί αυτό είναι εντελώς αδύνατο να το κατορθώσει η θνητή ανθρώπινη φύση- αλλά όσο μπορούσαν να προσεγγίσουν οι ασθενείς μας δυνάμεις. Σας ανέφερα και για τις θεολογικές και ηθικές διαστροφές της πολύμορφης πλάνης των ασεβών και άθεων αιρετικών και των οπαδών τους. Και αφού αποτινάξαμε μακριά μας τα σιχαμερά και δηλητηριώδη για την ψυχή κηρύγματά τους και αναφέραμε όλα όσα έχουν σχέση με αυτούς -όχι για να βλαφτούμε, αλλά για να τους αποστραφούμε περισσότερο- ας έρθουμε πάλι στα δικά μας. Ας δεχτούμε μέσα μας τις σωτηριώδεις αλήθειες της πίστεως και προσθέτοντας στο δόγμα της μοναρχίας του Θεού το στοιχείο της πατρότητάς Του, ας πιστεύουμε σε Ένα Θεό Πατέρα. Δεν πρέπει μονάχα να πιστεύουμε σε Ένα Θεό, αλλά να δεχόμαστε με βαθειά ευσέβεια ότι Αυτός είναι και Πατέρας του Μονογενούς Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Γιατί με αυτή την πίστη φρονούμε ανώτερα απ’ ό,τι πίστευαν οι Ιουδαίοι, οι οποίοι στα δόγματα λένε ότι πιστεύουν σε Ένα Θεό -μήπως όμως και Αυτόν δεν τον αρνήθηκαν πολλές φορές με την ειδωλολατρεία; – δεν παραδέχονται όμως ότι Αυτός είναι και ο Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Και πιστεύουν, αντίθετα από τους προφήτες τους, οι οποίοι είπαν στις θείες Γραφές:«Ο Κύριος μου είπε, είσαι Υιός μου, εγώ σήμερα σε γέννησα» (Ψαλμ. 2, 7). Μέχρι σήμερα αντιμάχονται λυσσαλέα και συνάζονται εναντίον του Κυρίου και εναντίον του Χριστού του (Πρβλ. Ψαλμ, 2, 2), έχοντας την εντύπωση ότι μπορούν να συμφιλιωθούν με το Θεό-Πατέρα, χωρίς να πιστεύουν και να ευλαβούνται τον Υιό. Δεν γνωρίζουν ότι κανένας δεν έρχεται προς τον Πατέρα, παρά μονάχα διά του Υιού (Πρβλ. Ιωάν. 14, 6), ο οποίος λέει: «Εγώ είμαι η θύρα» (Ιωάν. 10, 9) και «Εγώ είμαι η οδός» (Ιωάν. 14, 6). Εκείνος που εγκαταλείπει την οδό που οδηγεί στον Πατέρα και αρνείται τη θύρα, πώς θα αξιωθεί να εισέλθει στον Πατέρα; Και αντιλέγουν σ’ αυτά που λέει ο ογδοηκοστός όγδοος Ψαλμός: «Αυτός θα με επικαλεστεί και θα μου πει. Είσαι Πατέρας μου, Θεός μου και βοηθός που μου εξασφαλίζει τη σωτηρία. Και εγώ θα τον καταστήσω πρωτότοκο και θα τον αναδείξω πιο ένδοξο απ’ όλους τους βασιλείς της γης» (Ψαλμ. 88,27-28). Αν επιμένουν ότι αυτά έχουν ειπωθεί για το Δαβίδ ή το Σολομώντα ή κάποιον άλλον από τους μεταγενεστέρους, ας μας αποδείξουν πως ο θρόνος Εκείνου, που αυτοί προφητεύουν, είναι αιώνιος σαν τις ημέρες του ουρανού, (Πρβλ. Ψαλμ. 88, 30) και σαν τον λαμπρό ήλιο ενώπιον του Θεού (Πρβλ. Ψαλμ. 88, 37) και σαν τη σελήνη που δημιουργήθηκε για να φωτίζει αιώνια (Ψαλμ. 88,38). Και πως δεν αλλάζουν γνώμη, μελετώντας αυτό που είναι γραμμένο στον Ψαλμό: «Σε γέννησα από τους κόλπους μου και από αυτή την ουσία μου, πριν από τ’ αστέρια και τον αυγερινό» (Ψαλμ. 109, 3) και το: «Θα παραμένει μαζί και θα βασιλεύει αιώνια, όπως ο ήλιος, και θα προηγείται από τη σελήνη και θα υπερέχει από αυτή για γενεές γενεών» (Ψαλμ. 71,5), τα οποία, αν τα αποδώσουμε σε κάποιον άνθρωπο, θα είναι πράξη που θα φανερώνει απόλυτα θεληματική άγνοια των πραγμάτων.
Οι Ιουδαίοι όμως, αφού έτσι το θέλουν, ας πλανώνται, πάσχοντας από τη συνηθισμένη τους απιστία πάνω σ’ αυτά και σε παρόμοιε ρητά. Εμείς προσκυνώντας ένα Θεό, τον Πατέρα του Χριστού, αποδεχόμαστε την αληθινή πίστη -γιατί είναι ασεβές και απαράδεκτο να αρνούμαστε την Πατρότητα, που σχετίζεται άμεσα με την γέννηση, σε Εκείνον που έχει χαρίσει σε όλους την ικανότητα να γεννούν. Και πιστεύουμε σε Ένα Θεό Πατέρα, ώστε, πριν να εκθέσουμε κάθε άλλη διδασκαλία περί του Χριστού, να εδραιώνεται από τώρα στις ψυχές των ακροατών η πίστη για τον Μονογενή Υιό, η οποία δεν είναι δυνατόν ούτε κατά το ελάχιστο να αποσυσχετίζεται από όλα, όσα αναφέρονται ή θα αναφερθούν στο Θεό-Πατέρα.
Γιατί μόλις εκφράσεις τη λέξη Πατέρας, έρχεται αμέσως στο νου σου και ό Υιός. Ακριβώς όμοια, μόλις εκφράσεις τη λέξη Υιός, αμέσως εννοείς και τον Πατέρα. Γιατί, αν είναι Πατέρας, οπωσδήποτε είναι Πατέρας του Υιού. Και αν είναι Υιός, οπωσδήποτε είναι Υιός ενός Πατέρα. Για να μη νομίσει κανείς λαθεμένα και ασεβώς ότι έχει δευτερεύουσα θέση ο Μονογενής Υιός, επειδή λέμε: «Σε Ένα Θεό, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητή ουρανού και γης, των ορατών όλων και των αοράτων» και μετά προσθέτουμε το: «Σε Ένα Κύριο Ιησού Χριστό». Γι’ αυτό, πριν από την αναφορά εκείνων των κτισμάτων, ονομάσαμε το Θεό-Πατέρα, ώστε, όταν έχουμε στο νου τον Πατέρα, να φέρνουμε στο νου μας και τον Υιό. Γιατί είναι απόλυτα σίγουρο ότι μεταξύ του Πατέρα και του Υιού δεν μπορεί να παρεμβληθεί ούτε κάποια πράξη ούτε κάποιο άλλο δημιούργημα, που να επηρεάζει τη σχέση Τους και την ισοτιμία Τους, μέσα στο Μυστήριο της Αγίας Τριάδος.
Ο Θεός λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι καταχρηστικά είναι Πατέρας πολλών. Αλλά στην πραγματικότητα είναι φυσικός Πατέρας μόνο του Μονογενούς Υιού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Δεν έγινε Πατέρας σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά είναι πάντοτε Πατέρας του Μονογενούς Υιού. Γιατί δεν άλλαξε γνώμη κι έγινε μετά Πατέρας, ενώ πρώτα ήταν άκληρος, αλλά πριν από κάθε άλλη υπόσταση και πριν από κάθε άλλη ζωή, πριν από τη δημιουργία του χρόνου και των αιώνων, ο Θεός έχει το αξίωμα της πατρότητας. Και σεμνύνεται περισσότερο γι’ αυτό παρά για όλα τα υπόλοιπα αξιώματά Του. Δεν έγινε Πατέρας κάτω από την επιρροή κάποιου πάθους, ούτε με κάποια συνουσιαστική εμπλοκή Του με άλλο πρόσωπο, ούτε χωρίς τη Βούληση και τη Γνώση Του, ούτε με τον τρόπο της απόρροιας, ούτε μετά από κάποια μείωσή Του ή αλλοίωσή Του -γιατί κάθε δώρημα τέλειο κατεβαίνει από τον ουρανό, σταλμένο από τον Πατέρα και Δημιουργό των φωτεινών σωμάτων. Μέσα σ’ Αυτόν και από Αυτόν δεν υπάρχει αλλοίωση και μεταβολή σαν αυτές που φέρνει η αλλαγή της ημέρας και της νύχτας. (Ιακ. 1, 17). Είναι τέλειος Πατέρας που γέννησε τέλειο Υιό και που έχει παραδώσει σ’ Εκείνον τα πάντα. Γιατί, όπως είπε ο Κύριος «μου έχουν παραδοθεί τα πάντα από τον Πατέρα μου» (Ματθ. 11, 27), Αυτός τιμάται από το Μονογενή Υιό: «Εγώ τιμώ τον Πατέρα» (Ιωάν. 8, 49), λέει ο Υιός. Και πάλι: «Όπως εγώ τήρησα τις εντολές του Πατέρα και μένω στην αγάπη Του» (Ιωάν. 15, 10). Λέμε λοιπόν κι εμείς μαζί με τον Απόστολο: «Ας είναι ευλογητός ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο Πατέρας του ελέους και της ευσπλαχνίας και Θεός κάθε παρηγοριάς και ανακούφισης» (Β΄ Κορ. 1,3). Και «Γονατίζουμε εμπρός στον Πατέρα, από τον οποίο όλα τα αγγελικά τάγματα στον ουρανό και όλα τα γένη των ανθρώπων στη γη παίρνουν το όνομα της φυλής και της πατριάς τους» (Εφεσ. 3, 14), δοξάζοντας Αυτόν μαζί με το Μονογενή Υιό. Γιατί: «αυτός που αρνείται τον Πατέρα αρνείται και τον Υιό» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 2, 22). Και πάλι: «Αυτός που ομολογεί τον Υιό έχει και τον Πατέρα» (Α΄ Ιωάν. 2, 23), «γνωρίζοντας ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος. Και ότι η ομολογία αυτή δοξάζει το Θεό-Πατέρα» (Φιλ. 2,11).
Προσκυνούμε λοιπόν τον Πατέρα του Χριστού, το Δημιουργό του ουρανού και της γης, το Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ (Πρβλ. Γεν. 3, 6) προς τιμή του οποίου και αυτός εδώ απέναντί μας ο Ναός έχει οικοδομηθεί. Δεν θα ανεχθούμε τους αιρετικούς, που αποχωρίζουν την Παλαιά από την Καινή Διαθήκη. Αλλά θα πιστέψουμε στο Χριστό που λέει για το Ιερό: «Δεν γνωρίζετε ότι πρέπει να είμαι στο σπίτι του Πατέρα μου;» (Λουκ. 2, 49). Και πάλι λέει: «Πάρτε αυτά από εδώ και μη μεταβάλλετε το σπίτι του Πατέρα μου σε εμπορικό κατάστημα» (Ιωάν. 2, 16). Με αυτά όλα ομολογούσε πολύ καθαρά ότι και ο πριν Ναός, που βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα, ήταν σπίτι του Πατέρα Του. Και αν κανείς, εξαιτίας της απιστίας του, θέλει να πάρει περισσότερες αποδείξεις, σχετικά με το ότι ο Πατέρας του Χριστού είναι ο ίδιος με τον Δημιουργό του κόσμου, ας τον ακούσουν πάλι που λέει: «Δύο σπουργίτια δεν πουλιούνται αντί δέκα λεπτών; Και όμως ούτε ένα από αυτά δεν θα πέσει νεκρό στη γη, χωρίς να το επιτρέψει ο Πατέρας μου ο ουράνιος» (Ματθ. 10,29). Και το: «Κυττάξτε και δέστε ότι τα πετεινό του ουρανού ούτε σπέρνουν, ούτε θερίζουν, ούτε συγκεντρώνουν τροφές στις αποθήκες. Και ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει» (Ματθ. 6, 26). Και ακόμα το: «ο Πατέρας μου μέχρι τώρα εργάζεται κι εγώ επίσης εργάζομαι» (Ιωάν. 5, 17).
Αλλά για να μη νομίσει κανείς από αφέλεια ή από δολιότητα ότι ο Χριστός είναι ισότιμος με τους δίκαιους ανθρώπους, επειδή ο Ίδιος λέει «ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας» (Ιωάν. 20,17), πρέπει να ξεχωρίσουμε ότι το μεν όνομα του Πατέρα είναι ένα, αλλά είναι ποικιλότροπη η δύναμη της ενέργειάς Του. Και επειδή ο Υιός είχε διακριτική γνώση αυτής της αλήθειας, είπε για να μας βεβαιώσει: «Πορεύομαι στον Πατέρα μου και Πατέρα σας». Δεν είπε «στον Πατέρα μας», αλλά το ξεχώρισε και αφού τόνισε πρώτα τη δική Του σχέση «προς τον Πατέρα μου», πράγμα που συμβαίνει «κατά φύσιν», μετά πρόσθεσε και το «στον Πατέρα σας», πράγμα που συμβαίνει «κατά θέσιν». Γιατί, αν και αξιωθήκαμε να λέμε στις προσευχές μας «Πατέρα μας ουράνιε» (Ματθ. 6, 9), αυτή η δωρεά είναι καρπός της φιλανθρωπίας του Θεού. Δεν τον ονομάζουμε Πατέρα, επειδή γεννηθήκαμε «κατά φύσιν» από τον ουράνιο Ποτέρα. Αλλά καταξιωνόμαστε να τον λέμε Πατέρα επειδή μετατεθήκαμε με τη μεσολάβηση του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, λόγω της ανέκφραστης φιλανθρωπίας Του, από τη δουλεία στην υιοθεσία, χάρη στην πατρική Του δωρεά.
Αν θέλει κάποιος να μάθει με ποιά έννοια ονομάζουμε εμείς το Θεό-Πατέρα, ας ακούσει τον καλό παιδαγωγό Μωυσή ο οποίος λέει: «Δεν σε έκαμε αυτός ο Ίδιος ο Πατέρας σου δικό Του παιδί, δεν σου έδωσε την ύπαρξη και δεν σε έπλασε;» (Δευτ. 32, 6). Ας ακούσει ακόμα τον προφήτη Ησαΐα που λέει: «Και τώρα Κύριε, είσαι Πατέρας μας κι εμείς είμαστε λάσπη, όλοι ήμαστε δημιουργήματα των χεριών Σου» (Ησ. 64, 8). Δήλωσε λοιπόν πολύ καθαρά η προφητική χάρη ότι δεν Τον ονομάζουμε Πατέρα «κατά φύσιν», αλλά «κατά χάριν» και «κατά θέσιν».
Για να γνωρίσεις καλύτερα ότι στις θείες Γραφές δεν ονομάζεται πατέρας μονάχα ο φυσικός πατέρας, άκουσε τι λέει ο Παύλος: «Αν έχετε χίλιους παιδαγωγούς κατά Χριστόν, δεν έχετε όμως πολλούς πατέρες. Γιατί με τη χάρη που μου έδωσε η κοινωνία και η σχέση μου με το Χριστό , διά του Ευαγγελίου, εγώ σας γέννησα πνευματικά» (Α΄ Κορ. 4,15). Ο Απόστολος Παύλος έγινε πατέρας των Κορινθίων, όχι επειδή τους γέννησε κατά σάρκα, αλλά επειδή τους δίδαξε και τους αναγέννησε κατά το πνεύμα: «Εγώ ήμουνα πατέρας των αδυνάτων» (Ιώβ 29,16) . Πατέρα ονόμασε τον εαυτό του ο Ιώβ όχι γιατί γέννησε τους πάντες, αλλά γιατί έγινε κηδεμόνας τους. Και Αυτός ο Ίδιος ο Μονογενής Υιός του Θεού, κατά την ώρα της Σταυρώσεώς Του, ενώ βρισκόταν κατά το σώμα προσηλωμένος στο Σταυρό, όταν είδε τη Μαριάμ, την κατά σάρκα μητέρα Του και τον πιο αγαπημένο Του μαθητή Ιωάννη, είπε σ’ εκείνον: «Ιδού η μήτηρ σου». Και προς τη Μαριάμ: «Ιδού ο Υιός σου» (Πρβλ. Ιωάν. 19, 26-27), διδάσκοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την φιλοστοργία και ξεκαθαρίζοντας εκείνο που ο Ευαγγελιστής Λουκάς είπε έμμεσα, δηλαδή το: «Και θαύμαζαν ο πατέρας και η μητέρα Του» (Λουκ. 2,23). Αυτό ακριβώς το ρητό αρπάζουν οι μαθητές των αιρετικών και λένε ότι γεννήθηκε από άνδρα και γυναίκα. Όπως ακριβώς η Μαρία ονομάστηκε μητέρα του Ιωάννη για τη φιλοστοργία και όχι για τη γέννηση, έτσι και ο Ιωσήφ ονομαζόταν πατέρας του Χριστού, όχι γιατί τον γέννησε – γιατί όπως λέει το Ευαγγέλιο «δεν ήρθε σε συζυγική σχέση μαζί της ποτέ και συνεπώς και μέχρι που γέννησε τον πρωτότοκο υιό της» (Ματθ. 1, 25)- αλλά γιατί τον κηδεμόνευσε κατά την ανατροφή Του.
Αυτό σας το εξηγήσαμε, μια κι έγινε λόγος, θα προσθέσουμε δε και μια άλλη μαρτυρία που θα δείχνει πως καταχρηστικά ο Θεός ονομάζεται Πατέρας των ανθρώπων. Αυτό που λέγεται μέσα στο βιβλίο του προφήτη Ηοαΐα και αναφέρεται στο Θεό, δηλαδή το: «Εσύ είσαι ο Πατέρας μας, γιατί ο Αβραάμ δεν μας γνώρισε» (Ησ. 63, 16) και η Σάρρα δεν κοιλοπόνεσε για μας. Άραγε θέλετε να ακούσετε και άλλα πάνω σ’ αυτό; Όταν ο Ψαλμωδός λέει: «Θα ταραχθούν και θα τρομάξουν προ του προσώπου Του. Γιατί Αυτός είναι Πατέρας των ορφανών και υπερασπιστής των χηρών» (Πρβλ, Ψαλμ. 67, 5-6). Άραγε, δεν είναι ολοφάνερο ότι, όταν ο Θεός ονομάζεται Πατέρας των παιδιών, που πρόσφατα έχασαν τους κατά σάρκα πατέρες τους, ονομάζεται έτσι, όχι γιατί τα γέννησε, αλλά γιατί τα φροντίζει και τα υπερασπίζει; Αλλά, όπως είπαμε, των μεν ανθρώπων καταχρηστικά ονομάζεται Πατέρας. Όμως μόνο του Χριστού είναι ο Θεός-Πατέρας «κατά φύσιν» και όχι «κατά θέσιν». Και των μεν ανθρώπων είναι Πατέρας, μέσα στα πλαίσια του ιστορικού χρόνου, του Χριστού όμως είναι προαιώνιος Πατέρας, καθώς και ο Ίδιος είπε: «Και τώρα δόξασέ με Συ, Πατέρα, πλησίον Σου με τη δόξα που είχα κοντά Σου, προτού να δημιουργηθεί ο κόσμος» (Ιωάν. 17, 5).
Πιστεύουμε λοιπόν «εις ένα Θεό Πατέρα», που είναι ανεξιχνίαστος και ανεκδιήγητος. Σ’ Εκείνον, τον οποίο «δεν είδε ποτέ κανένας άνθρωπος, ο Μονογενής Υιός μονάχα μας τον φανέρωσε» (Ιωάν. 1,18). «Γιατί Εκείνος που είναι σταλμένος από το Θεό, Αυτός έχει δει το Θεό» (Ιωάν. 6, 46). Σ’ Εκείνον του οποίου «το πρόσωπο βλέπουν ακατάπαυστα οι άγγελοι στον ουρανό» (Πρβλ. Ματθ. 18,10). Και το βλέπουν καθένας ανάλογα με την πνευματική του κατάσταση. Η πλήρης όμως και καθαρή θεωρία του Θεού-Πατέρα επιφυλάσσεται στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα.
Επειδή λοιπόν το έφερε ο λόγος και επειδή μου ξανάρθαν στο νου αυτά που πριν από λίγο είπαμε, με τα οποία ο Θεός ονομάστηκε Πατέρας των ανθρώπων, μένω έκπληκτος μπροστά στην αγνωμοσύνη των ανθρώπων. Γιατί ο μεν Θεός από την άφατη φιλανθρωπία Του καταδέχτηκε να ονομαστεί Πατέρας των ανθρώπων. Εκείνος που βρίσκεται στον ουρανό, αυτών που βρίσκονται στη γη. Εκείνος που δημιούργησε τους αιώνες, αυτών που ζουν στα πλαίσια του χρόνου. Εκείνος που «κρατάει στην παλάμη του τη γη» (Πρβλ. Ησ. 40, 18), αυτών «που μοιάζουν με τις ακρίδες της γης» (Πρβλ. Ησ. 40,2). Ενώ ο άνθρωπος, αφού εγκατέλειψε τον ουράνιο Πατέρα, είπε στο ξύλο: «Εσύ είσαι πατέρας μου». Και στο λιθάρι: «Εσύ με γέννησες» (Ιερ. 2, 27). Και νομίζω ότι γι’ αυτό το λόγο λέει ο Ψαλμωδός προς την ανθρωπότητα: «Να ξεχάσεις το λαό σου και το σπίτι του πατέρα σου» (Ψαλμ. 44, 11), τον πατέρα που διάλεξες σύμφωνα με τη διεστραμμένη θέλησή σου και τον έκαμες δικό σου, για να σε οδηγήσει στην καταστροφή.
Όχι μονάχα ξύλα και πέτρες αλλά και τον ίδιο το σατανά, που θανατώνει την ψυχή, θέλησαν μερικοί να έχουν ως πατέρα. Σ’ αυτούς με ελεγκτικό τρόπο έλεγε ο Κύριος: «Εσείς πράττετε τα έργα του πατέρα σας» (Ιωάν. 8, 41). Ο διάβολος βέβαια δεν είναι φυσικός πατέρας των ανθρώπων αλλά γίνεται πατέρας τους «κατά απάτην». Γιατί, όπως με την ευσεβή διδασκαλία, ο Απόστολος Παύλος ονομαζόταν πατέρας των Κορινθίων (Πρβλ. Α΄ Κορ. 4,15), έτσι και ο διάβολος ονομάζεται πατέρας εκείνων που με τη θέλησή τους τρέχουν κοντά του και θεληματικά συμμορφώνονται με το θέλημά του. Δεν θα ανεχθούμε αυτό που λένε οι κακοί ερμηνευτές του χωρίου: «από αυτό γνωρίζουμε τα παιδιά του Θεού και τα παιδιά του διαβόλου» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 3, 10), που ισχυρίζονται και δέχονται σαν να υπήρχαν μερικοί άνθρωποι οι οποίοι είναι εκ φύσεως σωσμένοι ή εκ φύσεως καταδικασμένοι. Γιατί δεν ερχόμαστε αναγκαστικά σ’ αυτή την αγία υιοθεσία, αλλά γιατί το θέλουμε. Ούτε ο Ιούδας ήταν εκ φύσεως γέννημα του διαβόλου και της απώλειας (Ιωάν. 17, 12). Αν ήταν έτσι, δεν θα έδιωχνε στην αρχή, με το όνομα του Ιησού Χριστού, τους δαίμονες, αφού «ο σατανάς δεν βγάζει σατανά» (Μάρκ, 3, 23). Ούτε πάλι ο Απόστολος Παύλος θα γινόταν από διώκτης Απόστολος. Αλλά η υιοθεσία εξαρτάται από τη θέλησή μας, όπως είπε και ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Όσοι τον δέχτηκαν τους έδωσε το δικαίωμα να γίνουν παιδιά του θεού, σ’ αυτούς δηλαδή που πιστεύουν στο Όνομά Του» (Ιωάν. 1, 12). Όχι λοιπόν πριν από την πίστη, αλλά με την πίστη, επειδή οι ίδιοι το θέλησαν, αξιώθηκαν να γίνουν παιδιά του Θεού.
Αυτή λοιπόν την αλήθεια, έχοντας στο νου μας, ας επιμεληθούμε και ας στηρίξουμε τη διαγωγή μας σε πνευματικές βάσεις, για να αξιωθούμε να λάβουμε την υιοθεσία του Θεού. Γιατί «όσοι οδηγούνται από το πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι παιδιά του Θεού» (Ρωμ. 8, 14). Δεν θα μας ωφελήσει καθόλου να πάρουμε το όνομα των χριστιανών, αν δεν έχουμε και αντίστοιχα έργα, μήπως ειπωθεί και σε μας το: «αν είσαστε παιδιά του Αβραάμ θα κάνατε τα έργα του Αβραάμ» (Ιωάν. 8, 39). «Γιατί εφόσον επικαλούμαστε ως Πατέρα το Θεό, ο οποίος κρίνει τον καθένα μας, χωρίς προσωποληψία, αλλά σύμφωνα με τα έργα του, να συμπεριφερθούμε και να περάσουμε το χρόνο της προσωρινής αυτής κατοικίας μας στη γη με φόβο Θεού» (Πρβλ. Α΄ Πέτρ. 1, 17). Ας μην αγαπάμε τον κόσμο ούτε τα κοσμικά πράγματα. Γιατί «όταν κανείς αγαπάει τον κόσμο, δεν έχει μέσα του την αγάπη του Θεού-Πατέρα» (Α΄ Ιωάν. 2,15). «Ώστε, παιδιά μου αγαπητά, ας δοξάσουμε τον ουράνιο Πατέρα μας, προσφέροντάς Του έργα αγαθά, για να δουν τα καλά μας έργα οι άνθρωποι και να δοξάσουν τον ουράνιο Πατέρα μας» (Ματθ. 5,16)10. «Ας αποθέσουμε όλη τη μέριμνά μας σ’ Αυτόν» (Α΄ Πέτρ. 5, 7), «γιατί γνωρίζει ο Πατέρας μας τι μας χρειάζεται» (Πρβλ. Ματθ. 6, 8).
Αφού τιμάμε τον επουράνιο Πατέρα μας, ας τιμήσουμε και τους κατά σάρκα γονείς μας. Επειδή με το Μωσαϊκό νόμο και με τους προφήτες ο ίδιος ο Θεός το όρισε αυτό λέγοντας: «Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, για να ευοδωθεί η ζωή σου και να μακροημερεύσεις πάνω στη γη» (Πρβλ. Εξ. 20, 12). Αυτό το παράγγελμα ας το προσέξετε πολύ όσοι από σας, που βρισκόσαστε τώρα εδώ, έχετε τον πατέρα σας και τη μητέρα σας: «Τα παιδιά να υπακούουν σε όλα τους γονείς τους» (Εφεσ, 6, 1) γιατί αυτό είναι ευάρεστο στον Κύριο. Δεν είπε ο Κύριος «εκείνος που αγαπάει τον πατέρα του και την μητέρα του δεν είναι άξιός μου» – ας μην παρεξηγήσουμε από άγνοια αυτό που ειπώθηκε πολύ καλά και το ερμηνεύσουμε κακά – αλλά πρόσθεσε το «περισσότερο από εμένα» (Πρβλ. Ματθ. 10, 37). Γιατί όταν οι επίγειοι πατέρες μας εναντιώνονται στον επουράνιο Πατέρα μας, τότε έχει εφαρμογή το παραπάνω ρητό. Όταν όμως οι γονείς μας δεν μας εμποδίζουν στην ευσέβειά μας και από αγνωμοσύνη τους καταφρονούμε, λησμονώντας τις ευεργεσίες που δεχτήκαμε από αυτούς, τότε έχει εφαρμογή το ρητό που λέει: «Εκείνος που κακολογεί τον πατέρα ή τη μητέρα του να τιμωρείται με θάνατο» (Πρβλ. Ματθ. 15, 4: Εξ. 20, 16 και Λευιτ. 20, 9).
Η πρώτη αρετή της ευσέβειας των Χριστιανών είναι το να τιμούν τους γονείς, να αμείβουν τους κόπους εκείνων που τους γέννησαν και να τους προσφέρουν, όσο μπορούν, ό,τι τους χρειάζεται για την ανάπαυσή τους. Γιατί όσα πολλά κι αν τους προσφέρουμε, δεν μπορούμε να τους γεννήσουμε, όπως αυτοί μας γέννησαν. Ώστε και αυτοί με την απόλαυση της ανάπαυσης που θα τους προσφέρουμε, να μας στηρίξουν με τις ευλογίες τους, τις οποίες «ο πανούργος Ιακώβ με καλή προαίρεση και με έξυπνο τρόπο απέσπασε από τον πατέρα του» (Πρβλ. Γεν. 27, 36). «Έτσι αφού δεχτεί ο ουράνιος Πατέρας μας την αγαθή μας προαίρεση, ας μας καταξιώσει να λάμψουμε σαν τον ήλιο, μαζί με τους δικαίους στη Βασιλεία του Πατέρα μας» (Πρβλ. Ματθ. 13, 43). Σ’ Αυτόν πρέπει η δόξα, μαζί με το Μονογενή Υιό, το Σωτήρα μας Ιησού Χριστό και το Άγιο και Ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Αγ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, «Κατηχήσεις», εκδ. Ετοιμασία, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέα. Κατήχηση Ζ΄, σ. 148-158)

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Κυριακή Β Λουκά (Αποστολικό Ανάγνωσμα) Αρχιμανδρίτης Ιερεμίας Γεωργαλής







«Ἀλλ’ ἐν παντί συνιστῶντες ἑαυτούς ὡς Θεοῦ διάκονοιἐν ὑπομονῇ πολλῇἐνθλίψεσινἐν ἀνάγκαιςἐν στενοχωρίαις»

            Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στήν πορεία τῆς ζωῆς του ἔχει νά ἀντιμετωπίσει προβλήματα, δοκιμασίες, θλίψεις, ἀσθένειες, πειρασμούς καί ἀπογοητεύσεις. Ὅλη αὐτή ἡ φθορά, ψυχική καί σωματική, εἶναι συνηφασμένη πλέον μέ τήν φύση μας καί εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων καί τῆς ἀρνήσεώς του νά κοινωνήσουν μέ τήν πηγή  τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας πού εἶναι ὁ Δημιουργός Τριαδικός Θεός. Ὡς ἁρρώστια μεταδοτική ἡ κατάσταση αὐτή τῆς φθορᾶς μεταδόθηκε στό γένος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Θεός ὅμως δέν ἄφησε τό πλάσμα Του ἀπαρηγόρητο, διότι ἔστειλε τόν Μονογενή Του Υἱό, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος σαρκώθηκε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου, δίδαξε, θεράπευσε, ἔπαθε καί ἀναστήθηκε γιά τήν δική μας σωτηρία. Ἔτσι μᾶς δόθηκε γιά δεύτερη φορά ἡ δυνατότητα νά ἐπανεύρουμε τόν χαμένο Παράδεισο. 

            Λοιπόν, ὁ κάθε πιστός ἄνθρωπος πού ἀποδέχεται τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό ὡς τόν μοναδικό Σωτῆρα καί Λυτρωτή τοῦ κόσμου καί ἀγωνίζεται καθημερινῶς μέ τήν Χάρη Του τόν ἀγῶνα τόν καλό γίνεται παράλληλα συνεργός τοῦ Θεοῦ στήν σωτηρία τῶν συνανθρώπων του. Τήν μεγάλη αὐτή ἀλήθεια μᾶς ἀποκαλύπτει σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὅλα ὅσα ἡ ἁμαρτία καί ὁ διάβολος μέ τήν συνεργασία τήν δική μας συσσώρευσαν στήν ζωή μας, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά γίνουν ἀφορμές σωτηρίας. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς λέγει ὅτι τό θεμέλιο τῶν ἀγαθῶν εἶναι ἡ ὑπομονή. Καί σήμερα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει ὅτι εἶναι συνεργός τοῦ Θεοῦ στό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων «ἐν ὑπομονῇ πολλῇ», μέ ὑπομονή πολλή. Ὄχι προσωρινή, ὄχι για λίγο, ἀλλά πάντοτε.
            Ἡ ὑπομονή, ἀδελφοί μου, στόν πνευματικό ἀγῶνα εἶναι θεμέλιο καί τρόπος ζωῆς. Ἀπορρέει ἀπό τήν ἀκλόνητη πίστη στό πρόσωπο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Πηγάζει ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου πού ἀναγγέλει τήν προσωπική μας ἀνάσταση. Ὁ τρόπος πού ὁ χριστιανός ἀντιμετωπίζει τίς θλίψεις, τούς πειρασμούς καί τίς ἀσθένειες πού εἶτε τά προκάλεσε ὁ ἴδιος μέ τόν ἁμαρτωλό βίο του, εἶτε εἶναι ἀποτέλέσμα τῆς κακίας τοῦ διαβόλου, εἴτε τίς ἐπέτρεψε ὁ Θεός γιά νά μήν περιπέσουμε σέ ὑπηρηφάνεια καί ἀλαζονεία, ἀποδεικνύει καί τήν πνευματική του πρόοδο. Τότε μέ τήν κεχαριτωμένη αὐτή ὑπομονή γίνεται ἱεραπόστολος τῶν συνανθρώπων του καί  μέ τό σιωπηλό κήρυγμά του ὁδηγεῖ τόν πλησίον του στό δρόμο τῆς σωτηρίας. Διαφωτιστικός στό σημεῖο αὐτό γίνεται ὁ ὅσιος γέροντας Παῒσιος ὁ Ἁγιορείτης ὁ ὁποῖος λέγει: «Μέ λίγη ὑπομονή πού θά κάνη ὁ ἄνθρωπος στίς δύσκολες στιγμές, μπορεῖ νά ἀποκτήσῃ τήν Θεία Χάρη. Ὁ Χριστός δέν μᾶς ἔδειξε ἄλλον τρόπο σωτηρίας, παρά τήν ὑπομονή. Τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων τήν κρέμασε στήν ὑπομονή. Βλέπεις τί εἶπε; «Ὁ ὑπομεῖνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται». Δέν εἶπε «ὁ ὑπομεῖνας εἰς….θέρος!». Μέχρι τό καλοκαίρι εἶναι εὔκολο νά ὑπομείνης, ἀλλά μέχρι τέλους;… Νά προσέχουμε νά μήν χάνουμε τήν ὑπομονή μας, γιά νά μήν χάσουμε τελικά τήν ψυχή μας. «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν», λέγει τό Εὐαγγέλιο. Ἀλλά ἄν ἀνατρέξουμε, ἀδελφοί μου, καί στήν ἱστορία τοῦ Γένους μας θά διαπιστώσουμε ὅτι οἱ πρόγονοί μας δημιούργησαν αὐτόν τόν ἀξεπέραστο ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό, πού ἄντεξε στούς ἐξωτερικούς ἐχθρούς καί στούς ἐσωτερικούς προδότες, ἐπειδή βασίστηκε στήν ὑπομονή τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ μας.
            Σέ τούτες λοιπόν τίς σκοτεινές ἡμέρες πού διερχόμαστε ὁ λόγος τοῦ Μεγάλου Παύλου καθίσταται ἄκρως ἐπίκαιρος. Μέ ὑπομονή λοιπόν θά διέλθουμε καί αὐτήν τήν δοκιμασία. Ὄχι κοσμική ὑπομονή. Ὄχι μέ τήν ἐλπίδα νά ἐπανέλθουμε στίς ἡμέρες τῆς ὑλικῆς ἀφθονίας καί τῆς πνευματικῆς πτωχείας. Ὄχι μέ τήν προοπτική νά ἐπιστρέψουμε στόν ἐγωκεντρικό τρόπο ζωῆς πού μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἀδιέξοδο, ὑλικό καί πνευματικό. Ὄχι στήν ἀπομόνωση ἀπό τίς ἀνάγκες καί τά προβλήματα τῶν συνανθρώπων μας. Ἡ προσευχή μας πρός τόν Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα Κύριο πρέπει νά γίνει ἐντονότερη τώρα και μόνον ἀπό ἐκεῖ θά ἀντλήσουμε ὑπομονή ἀνεξάντλητη πού θά φέρει πνευματικούς καρπούς ὄχι μόνον γιά ἐμᾶς, ἀλλά καί γιά τούς πονεμένους συνανθρώπους μας. Ὅλα τά ὑπόλοιπα πού προτείνει ὁ ἐμπαθής κόσμος εἶναι ἡμίμετρα καί κατασταλτικά, τά ὁποῖα δέν λύνουν τό πρόβλημα, ἀλλά τό παρατεῖνουν μέ τήν ψευδαίσθηση τῆς λύσης. Ἡ κοσμική ὑπομονή πού ἔχει ἐγωισμό καί ἐμπάθεια φέρνει νευρώσεις καί ἀδιέξοδα. Ἡ κατά Χριστόν ὑπομονή πού ἔχει ἀγάπη καί ταπείνωση, φέρνει χαρά, ἐλπίδα καί δημιουργικότητα. Αὐτήν, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἄς ἐπιδιώξουμε γιά νά ἐπανέλθει καί πάλι ἡ ἐλπίδα στίς καρδιές μας καί στόν τόπο μας. 

 Αρχιμ. Ιερεμίας Γεωργαλής

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ; ΑΠΛΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ;





(Με αφορμή μια φράση του αγ. Ιωάννη του Θεολόγου)
Στις 26 Σεπτεμβρίου η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει την κοίμηση και τη μετάσταση του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Μετά από μία πολυτάραχη, μακρά και βασανισμένη ζωή εκοιμήθη στην Έφεσο, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση όταν οι μαθητές του επισκέφθηκαν τον τάφο του δεν βρήκαν το σώμα του, καθώς είχε μετατεθεί «ἐκ τῆς γῆς εἰς τὰ ἄνω».
Το συγγραφικό έργο του αγ. Ιωάννη, το οποίο περιλαμβάνει πέντε κείμενα της Καινής Διαθήκης, το Ευαγγέλιο που φέρει το όνομά του, την Αποκάλυψη και τρεις Επιστολές (Αʹ, Βʹ και Γʹ Ιωάννου), όχι μόνο είναι πολύ μεγάλο ως προς την έκταση, αλλά και πολύ σημαντικό για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την αξία του χριστιανισμού.
 
Από το πλήθος των θαυμαστών στοιχείων που περιλαμβάνονται στα κείμενά του θα θέλαμε τα απομονώσουμε μία μόνο αναφορά του στη Αʹ Ιωάννου, η οποία είναι ξεχωριστά σημαντική γιατί απαντά σε ένα καίριο ερώτημα:
Τι ακριβώς είναι τα ευαγγέλια;
Γιατί η Εκκλησία έβαλε στον κανόνα της Καινής Διαθήκης μόνο τα τέσσερα και όχι πολλά άλλα παρόμοιου τύπου που κυκλοφορούσαν είτε κατά την αποστολική εποχή είχε αργότερα;
Από τον πρόλογο του ευαγγελίου του Λουκά μαθαίνουμε ότι ήδη κατά την εποχή που προηγούνταν της συγγραφής του ευαγγελίου του είχαν τεθεί σε κυκλοφορία οι καρποί της συγγραφικής προσπάθειας πολλών, οι οποίοι προσπαθούσαν να μεταφέρουν στους συγχρόνους τους τις θέσεις τους για το Χριστό και την Εκκλησία.
Ο ευαγγ. Λουκάς από το δεύτερο στίχο του κειμένου του θέτει τις προϋποθέσεις της συγγραφής του. Αυτό που επιθυμεί να προσφέρει στους άλλους είναι αυτό που «οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται και ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου» του παρέδωσαν.
Δηλαδή;
Όπως γνωρίζουμε, ο ευαγγ. Λουκάς δεν ήταν μαθητής του Κυρίου, αλλά μαθητής των αποστόλων και πιο συγκεκριμένα μαθητής και συνοδός του απ. Παύλου, ο οποίος είχε τη γνωστή εμπειρία της θεοφάνειας μπροστά στις πύλες της Δαμασκού. Συνεπώς δεν είχε άμεση εμπειρία του λόγου, όπως οι Ματθαίος και Ιωάννης, αλλά στήριξε τη συγγραφή του σε αυτά που του παρέδωσαν.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι τα ευαγγέλια, παρά το ότι μας παρέχουν πολλά ιστορικά στοιχεία για την ζωή του Κυρίου και την επί της γης παρουσία του δεν πρέπει να προσεγγίζονται ως βιογραφίες του Χριστού ή ως μία καταγραφή των μετακινήσεων, της ζωής και του τέλους του.
Τι είναι στην πραγματικότητα;
Αν μπορούσαμε να συνοψίσουμε την απάντηση σε μία φράση θα λέγαμε ότι «αποτελούν την καταγραφή της εμπειρίας της Εκκλησίας περί του Χριστού».
Ας διευκρινίσουμε κάπως αυτή τη φράση.
Πρώτα πρέπει να τονίσουμε ότι τα ευαγγέλια αποτελούν καρπό της Εκκλησίας, η οποία προηγείται χρονικά. Δεν νοείται μελέτη των ευαγγελίων και της Αγίας Γραφής γενικότερα έξω από το πνευματικό πλαίσιο της Εκκλησίας. Σε αυτή την περίπτωση τα βιβλικά κείμενα θα μετατρέπονταν σε απλές φιλολογικές μαρτυρίες για τη ζωή και το θάνατο ενός σοφού δασκάλου, ο οποίος πέθανε για τις ιδέες του.
Καταγράφουν, λοιπόν, την εμπειρία της εκκλησίας για το Χριστό. Όχι τόσο τι έκανε, αλλά κυρίως ποιος ήταν. Για το λόγο αυτό το ευαγγέλιο του ευαγγ. Ιωάννη στην αρχή του, στον 14ο στίχο του 1ου κεφαλαίου έχει τη φράση «ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Αυτός ήταν ο Χριστός: ο Λόγος που σαρκώθηκε για να μας πληρώσει, να μας γεμίσει με τη χάρη του.
Για να κατανοήσεις και να καταγράψεις ένα τέτοιο γεγονός δεν χρειάζεσαι σπουδές, γνώσεις, μελέτη της ιστορίας και πανεπιστημιακό πτυχίο. Χρειάζεσαι κάτι άλλο: θεία φώτισηθεοπνευστία.
Με πολύ απλό και σαφή τρόπο ο ευαγγ. Ιωάννης στον 1ο στίχο του 1ουκεφαλαίου της Αʹ επιστολής του σημειώνει τι κατέγραψαν οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης στα κείμενά τους και ταυτόχρονα προσδιορίζει πιο είναι το κριτήριο για να θεωρηθεί κάποιο κείμενο μέρος του κανόνα της Αγίας Γραφής. Γράφει, λοιπόν, ο άγ. Ιωάννης:
«Ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς».
Δηλαδή, τονίζει ότι στα βιβλικά κείμενα δεν περιέχεται μία βιογραφία ή μία επιστημονική καταγραφή, αλλά η εμπειρία της προσωπικής συνάντησης των αποστόλων με το Λόγο της ζωής. Η εμπειρία αυτή αποτελεί καρπό της χάριτος και του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος. Φορείς αυτής της εμπειρίας ήταν οι απόστολοι, αλλά και οι άμεσοι μαθητές τους.
Μετά από τα παραπάνω είναι ξεκάθαρο γιατί η Εκκλησία δεν έκανε αποδεκτά τα κείμενα διαφόρων συγγραφέων που προέρχονταν έξω από τον πνευματικό της χώρο (π.χ. αιρετικών, γνωστικών, φιλοσόφων): απλούστατα δεν ήταν φορείς της εμπειρίας του Λόγου. Δεν γνώριζαν το Λόγο της ζωής, όχι μόνο ως μία ιστορική μορφή, αλλά ως το Λυτρωτή και Σωτήρα του κόσμου.
 
Η εορτή της μετάστασης του αγ. Ιωάννη λοιπόν έφερε στο νου μας το κριτήριο που έθεσε η Εκκλησία για την ενσωμάτωση κάποιων κειμένων στον κανόνα της Αγίας Γραφής και την απόρριψη άλλων από αυτόν. Έχοντας αυτά στο νου μας δεν παραξενευόμαστε που κείμενα όπως το «Διατεσσάρων» του Σύρου συγγραφέα Τατιανού, ή πλήθος αφελών φανταστικών διηγήσεων για το Χριστό, τις οποίες εντοπίζουμε στα απόκρυφα και τα ψευφεπίγραφα των πρώτων χριστιανικών, αλλά και των προχριστιανικών αιώνων (για την Παλαιά Διαθήκη), δεν έγιναν αποδεκτά από την Εκκλησία.
Τι άλλο λοιπόν είναι τα ευαγγέλια πέρα από θεόπνευστες διηγήσεις που φέρουν τη σφραγίδα της εμπειρίας του Λόγου, οι οποίες κατά συνέπεια μπορούν, αν θέλουμε, να στηρίξουν την πορεία μας για τη θέωση.
Αυτό αρκεί!

Ο βασιλιάς που πήγε στη μάχη μ' ένα ραβδί...




῾Ο ῞Αγιος Σιγιβέρτος,
Βασιλεὺς τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Αγγλίας
Μνήμη: 27η Σεπτεμβρίου

Ο ΑΓΙΟΣ Σιγιβέρτος, μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ ἀδελφοῦ του, Βασιλέως τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Αγγλίας ποὺ εἶχε ζητήσει νὰ βαπτισθῆ, κατέφυγε στὴν Γαλατία (νῦν Γαλλία), ὅπου κατηχήθηκε ἐπιμελῶς στὴν ᾿Ορθόδοξη Πίστι καὶ βαπτίσθηκε.
῞Υστερα ἀπὸ τρία χρόνια ἐξορίας (630), ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα του ὡς Βασιλεὺς τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Αγγλίας. ῎Εχοντας ὡς πρωτεύουσά του τὸ Domnoc (ἴσως Dunwich), ἐπιδόθηκε ἀμέσως στὸ ἔργο τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τοῦ λαοῦ του, ὁ ὁποῖος ἦταν βυθισμένος στὴν εἰδωλολατρία καὶ στὴν ἀναρχία.
Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἵδρυσε ᾿Επισκοπή, στὴν ὁποία ἐγκαθίδρυσε ὡς πρῶτον ᾿Επίσκοπο ᾿Ανατολικῆς ᾿Αγγλίας, τὸν βουργουνδικῆς καταγωγῆς ῞Αγιο Φήλικα, τὸν ὁποῖον τοῦ ἔστειλε ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας ῞Αγιος ᾿Ονώριος (630-653).
῞Ιδρυσε ἐπίσης μία Μοναστηριακὴ Σχολή, καθιστώντας ἔτσι τὴν πρωτεύουσά του φυτώριο τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν ἐπικράτειά του. Φαίνεται ὅτι ἡ Σχολὴ αὐτὴ ἀπετέλεσε τὸν πυρῆνα τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Καίμπριτζ.
῞Οταν βεβαιώθηκε, ὅτι ὁ λαός του στερεώθηκε στὴν Πίστι, ὁ Βασιλεὺς παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο, παρέδωσε τὴν ἐξουσία στὸν συγγενῆ του ῎Εγρικο καὶ ἐκάρη Μοναχὸς σὲ μία ἀπὸ τὶς Μονὲς ποὺ εἶχε ἱδρύσει.
Σύντομα ὅμως, παρὰ τὴν θέλησί του, ἂν καὶ ἢταν Μοναχός, ἐσύρθη στὸ νὰ ὁδηγήση τὶς χριστιανικὲς δυνάμεις τοῦ Βασιλείου του ἐναντίον τοῦ Πέντα καὶ τῶν εἰδωλολατρῶν τῆς Μερκίας, ἐπειδὴ ἦταν γνωστὸς ὡς ἀνδρεῖος καὶ καλὸς στρατηγός.
Εὑρισκόμενος ἐν μέσῳ τοῦ πλήθους τῶν στρατιωτῶν, ἐνεθυμήθη τὶς μοναχικές του ὑποσχέσεις καὶ ἀρνήθηκε νὰ βαστάση ὅπλα, παρὰ μόνο μία ράβδο.
Κατὰ τὴν ἐπίθεσι τῶν εἰδωλατρῶν, ὡς ἦτο ἑπόμενο, ἐφονεύθη, ὅπως καὶ ὁ Βασιλεὺς ῎Εγρικος (637), ὁ δὲ λαός του ἀμέσως τὸν ἐτίμησε ὡς Μάρτυρα τῆς Πίστεως.

Νέος Συναξαριστὴς τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ὑπὸ ῾Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, τ. Αʹ, Σεπτέμβριος, σελ. 315-316, ἐκδόσεις ῾Ορμύλια 2001.

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Πώς έσπρωξα στην αυτοκτονία τον αδελφό μου Δεν φέραμε τίποτα μαζί μας...




 

π. Σεραφείμ Δημητρίου

Πηγαίνοντας μια Πέμπτη στην διακονία του κοιμητηρίου βρέθηκα μπροστά σε 4 ταφές, οι 2 των οποίων προέκυψαν από αυτοκτονίες. 
Στα μάτια μου ήταν υπερβολικό. 
Σε μια μέρα, σε ένα περιφερειακό κοιμητήριο, που θάπτει μόνο δημότες, δύο αυτόχειρες να περιμένουν ταφή...

Λέμε πλέον για να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα, «συνεπεία ψυχολογικών προβλημάτων» και αυτομάτως όλα κατανοούνται, από του τυπικού της αποδόσεως εκκλησιαστικής κηδεύσεως έως της αποδοχής του γεγονότος ελαφρά τη καρδία. 
Δεν είναι τα πράγματα όμως τόσο απλά, και δεν μας επιτρέπεται να τα προσπερνάμε εύκολα γιατί στο ερώτημα τι φταίει; 
Η απάντηση θα πρέπει να είναι για τον καθένα μας: «εγώ φταίω».
 
Ναι εγώ φταίω, γιατί σαν γονιός, κατανόησα την γονική αγάπη σαν παροχές∙ χρήμα, άνεση, ασυδοσία.
Ναι εγώ φταίω, γιατί σαν ανάδοχος, δεν έδωσα στον αναδεκτό μου την γνώση της αγάπης, ως το ιδανικό της εν Χριστώ ζωής.
Ναι εγώ φταίω, γιατί σαν δάσκαλος, προσπέρασα το κάθε παιδί σαν μέλος ενός συνόλου που δεν αγάπησα, γιατί το συνέδεσα με την δουλεία μου.
Ναι εγώ φταίω, γιατί σαν παπάς της ενορίας, δεν έκανα τη θεωρία της αγάπης πράξη, ώστε να ξέρω το όνομα του καθενός από το ποίμνιο μου.
Ναι εγώ φταίω, γιατί σαν μέλος της εκκλησίας, του δήμου, της πολιτείας,  δεν ενδιαφέρθηκα με αγάπη για τον άλλο, τον ελάχιστο αδελφό του Κυρίου, αλλά πολιτεύτηκα ικανοποιημένος με τα όσα με αξία ή απάτη, με αγώνα ή δόλο, με νομιμότητα ή παράνομα, απέκτησα.
Και τώρα τι;  
Τουλάχιστον ας φωνάξουμε για όποιον ακούσει: Ελάτε αδέλφια μου να αγαπήσουμε το Θεό και την δημιουργία Του. 
Να τον αγαπήσουμε μέσ΄ από τα πρόσωπα των ανθρώπων και τη φύση. 
Και όταν τα λάθη μας, μας σέρνουν μπροστά σε αδιέξοδα, ας μη γονατίσουμε με απόγνωση, ας μην απογοητευτούμε.

Κάποτε μου έλεγε ο πνευματικός των γονιών μου, έφυγε και αυτός και οι αδελφές του για το μοναστήρι πριν τα 20, και φεύγοντας εκείνος απεστέγασε το σπίτι για να μην βρεθεί κανείς σε πειρασμό επιστροφής από την άσκηση, δεν έχει πάει σε τρανά σχολεία αλλά στο πανεπιστήμιο της προσευχής, της υπακοής, της ακτημοσύνης, της μελέτης, σήμερα κοντεύει τα 90, μου έλεγε λοιπόν με την σοφία των ανθρώπων του Θεού «αδελφέ μου, ο Χριστιανός δεν μπορεί να πέφτει σε απόγνωση γιατί γνώση είναι ο Χριστός, αλλά ούτε να απογοητεύεται γιατί τα παιδιά του Θεού δεν είναι γόητες».

Ας μετανοήσουμε, ας παραδεχθούμε, ας ζήσουμε τις συνέπειες. 
Δεν είναι λύση ένα όπλο, μια θηλιά, λίγο φαρμάκι. 
Θα πάω φυλακή, και ο Χριστός μας πήγε. 
Θα χάσω το σπίτι και το αυτοκίνητο «μου», ε και, δεν τα έφερες μαζί σου όταν γεννήθηκες ούτε θα τα πάρεις μαζί σου όταν πεθάνεις. 
Θα μείνω χωρίς ρεύμα και τηλέφωνο, μα πριν εκατό μόνο χρόνια, οι άνθρωποι ευτυχούσαν και χωρίς αυτά. 
Μια μπουκιά ψωμί και μια γουλιά νερό και μπορώ να ζήσω την ζωή που δεν επέλεξα να αποκτήσω αλλά γι’ αυτό και δεν μπορώ να σταματήσω. 
 
Βέβαια εγώ που «τρώω», εσύ που καπνίζεις, ο άλλος που «πίνει», είμαστε δυνάμει αυτόχειρες, αλλά προϊόντος του χρόνου, έρχεται ο παιδαγωγός Θεός και παραχωρεί μια ασθένεια, μια δοκιμασία, για να ζήσουμε με μετάνοια την επιστροφή στο χαμένο παράδεισο. 
Και όσοι θέλουν, με ταπείνωση και υπομονή το επιτυγχάνουν. 
Όχι όμως, μα ποτέ όχι να ερχόμαστε στο πάσχα του θανάτου με αυτοχειρία, γιατί τότε αυτό το πάσχα, θα είναι κόλαση για νεκρούς και ζωντανούς.

Διαβάσαμε ειδησεογραφικά ότι γονιός αυτοκτόνησε γιατί άνεργος δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις «ανάγκες» των παιδιών του ή άλλος από ντροπή γιατί τον συνέλαβαν να κλέβει «μπλουζάκια» για τα παιδιά του. 
Μα καλά σ΄ αυτούς τους ανθρώπους δεν τους είπε κάποιος ότι ο Θεός που ταΐζει τα πετεινά του ουρανού και ντύνει τα λουλούδια του αγρού, θα τους έδινε φαγητό και ρούχα μέσω της τοπική τους εκκλησίας; 
Ποιος να τους το πει όμως; 
Εγώ δεν το είπα και ούτε φαντάζομαι και εσύ.
Κάμουμε κηδείες αυτοχείρων που ντράπηκαν να ζητήσουν βοήθεια από τον γείτονα τους, τα αδέλφια τους, τον παπά τους. 
Εμπρός λοιπόν ας αρχίσουμε να χτυπάμε πόρτες. 
Να γνωρίσουμε τους γείτονες μας. 
Να αφουγκραστούμε την ανάγκη τους. 
Να μοιραστούμε το ψωμί μας και να τους πούμε - Έλα αδελφέ μου, βγες από το κουστούμι του εγωισμού Σου, εσύ το λες αξιοπρέπεια, μοιράσου το πρόβλημα Σου και «ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται»

Ο Χριστός και η Εκκλησιά υπάρχει, εντάξει για μερικούς ως τόπος επίγειας καταξίωσης, αλλά για όλους ως ο μοναδικός τόπος σωτηρίας. 
Έλα με πίστη και αγάπη και πότε δεν θα χάσεις την ελπίδα Σου.

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΚΑΛΟΜΑΘΑΜΕ ΣΤΙΣ ΑΝΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΥΛΙΚΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΑ ΑΠΟΧΩΡΗΣΤΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ.
ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑΜΕ ΤΗΝ ΥΛΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ.

Αρχική πηγή: Δι' ευχών των αγίων