Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Παπα-Βαλής: ένας «ψυχωμένος» ιερέας της Αντίστασης


Συνηθίζουμε να συγκρίνουμε τα ανδραγαθήματα των ηρώων της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944 με τα αντίστοιχα του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα του 1821. Μία πτυχή που επιτείνει αυτή την ομοιότητα είναι η συμμετοχή του Κλήρου στους αγώνες του Γένους. Επιλέγουμε σήμερα, με την αφορμή της εθνικής επετείου, να αναδείξουμε την προσφορά ενός ανδρείου λευίτη που έπαιξε κυριολεκτικά το κεφάλι του κορώνα-γράμματα για να βοηθήσει το ποίμνιό του στον αγώνα εναντίον του κατακτητή.
Ο πατέρας Κωνσταντίνος Βαλής, γνωστός στην περιοχή του και ως παπα-Βαλής, καταγόταν από το Νεοχώρι Τριχωνίδας και διακονούσε την Εκκλησία στο χωριό Σιβίστα του Αιτωλικού και αργότερα, μέχρι το 1945, στο Αγρίνιο. Σχεδόν αμέσως με την έναρξη της υποδούλωσης της Ελλάδας στις δυνάμεις του Άξονα, ο παπα-Βαλής πρόσφερε τις δυνάμεις του στην υπηρεσία της «Εθνικής Αλληλεγγύης». Η «Εθνική Αλληλεγγύη» ήταν η πρώτη πανελλαδικής εμβέλειας οργάνωση της Κατοχής. Ιδρύθηκε στις 28 Μαΐου του 1941 και δραστηριοποιήθηκε κυρίως στον ανθρωπιστικό τομέα.
Ο παπα-Βαλής οργάνωσε εράνους και μάζευε τρόφιμα και χρήματα για να τα προσφέρει στους δοκιμαζόμενους συμπατριώτες του. Περισσότερο εντυπωσιακή, όμως, ήταν η προσφορά του στο ενεργό σκέλος της Αντίστασης. Όταν η διάσημη ηρωίδα του Αγώνα, Μαρία Δημάδη, εργαζόταν στο γερμανικό Φρουραρχείο του Αγρινίου ως διερμηνέας και υπέκλεπτε στρατιωτικά έγγραφα, ο παπα-Βαλής εισερχόταν στο στρατιωτικό κτίριο εμφανιζόμενος ως … θείος της, παραλάμβανε το πολύτιμο παράνομο υλικό μέσα από την πηγή του για να το παραδώσει στη συνέχεια στους αντιστασιακούς συνδέσμους.
Άλλη προσφιλής του ενέργεια ήταν η … σκηνοθεσία κηδειών. Μέσα στα φέρετρα και κάτω από τα λουλούδια μετέφερε όπλα για το «βουνό». Η πομπή κατέληγε στο νεκροταφείο του Αγρινίου, στο μεγάλο κενοτάφιο του Σπύρου Τζωρτζόπουλου, συνεπικουρούμενος από τον υπάλληλο του νεκροταφείου και στέλεχος του Ε.Α.Μ., Χριστόφορο Σώτο. Συχνά, οι Γερμανοί και Ιταλοί στρατιώτες, στο πέρασμα των νεκροφόρων στέκονταν σε στάση προσοχής, αγνοώντας προφανώς ότι αποδίδουν τιμές σε εχθρικό πολεμικό υλικό.
Κάποτε οι αρχές Κατοχής τον υποψιάστηκαν. Ο παπα-Βαλής το κατάλαβε και την επόμενη φορά που η πομπή συνάντησε απόσπασμα κατακτητών, η ταραχή του ήταν εμφανής. Οι αξιωματικοί τού ζήτησαν να ανοίξει το φέρετρο και έκπληκτοι αντίκρισαν τη σορό της γιαγιάς του Χρήστου Μπανιά. Από τότε δεν τον ενόχλησαν ξανά. Η μπλόφα είχε πιάσει…
Όταν έγινε κάποιο σαμποτάζ από την Αντίσταση, οι κατακτητές συνέλαβαν 30 πολίτες ως ομήρους, για να τους εκτελέσουν. Μόλις το έμαθε ο παπα-Βαλής, κατέστρωσε με την τοπική οργάνωση του Ε.Α.Μ. σχέδιο για την απόδρασή τους. Ζήτησε στη συνέχεια από τον τοπικό υπεύθυνο του Ε.Α.Μ., Αρ. Φλωρόπουλο, ένα όνομα κρατουμένου. Εκείνος του έδωσε το όνομα του Σπύρου Κοντοπάνου. Ο παπα-Βαλής μετέβη στη φυλακή έχοντας μαζί του ένα σταυρό, μια Ι. Σύνοψη και ένα κεσέ με γιαούρτι. Εκεί, ζήτησε από το Γερμανό διοικητή την άδεια να εξομολογήσει τον … ανεψιό του, Σπύρο Κοντοπάνο και όποιον άλλο ήθελε να εξομολογηθεί πριν από την εκτέλεσή του.
Ο διοικητής συγκατένευσε και οι μελλοθάνατοι συγκεντρώθηκαν σε μια αίθουσα. Ο παπα-Βαλής άρχισε να ψέλνει παρουσία του διοικητή, που στεκόταν σε στάση προσοχής:
«Κύριε ελέησον, μέσα στο γιαούρτι ένα πριόνι… Του Κυρίου δεηθώμεν, να κόψετε τα σίδερα… Να έχετε σινιάλο τέκνα μου τη νύχτα, κύριε ελέησον, ανάψτε τρία τσιγάρα, του Κυρίου δεηθώμεν, τα παιδιά περιμένουν, Κύριε ελέησον, απ’ έξω να σας ελευθερώσουν, … Κύριε ελέησον, τέκνα μου, τέκνα μου, κινηθείτε αποφασιστικά και μη φοβάστε, μνήσθητι Κύριε».
Δακρυσμένοι οι μελλοθάνατοι από αυτόν τον «Ψαλμό των οδηγιών», μπήκαν στη σειρά και άρχισαν να του φιλούν το χέρι. Συγκινημένος και ο διοικητής, επέτρεψε στον ιερέα να παραδώσει τον κεσέ στον «ανεψιό» του. Το ίδιο βράδυ οιόμηροι πριόνισαν τα σίδερα και δραπέτευσαν.
Όπως, δυστυχώς, συμβαίνει συνήθως στον τόπο μας, η ανταμοιβή για τη δράση του ήταν η … αναμενόμενη αγνωμοσύνη. Μέσα στο ζοφερό κλίμα των διώξεων και του εμφύλιου σπαραγμού που ακολούθησε, ο παπα-Βαλής απαλλάχθηκε των καθηκόντων του από τον επίσκοπό του, γιατί «η διαγωγή του σκανδάλιζε το ποίμνιον»… Μερικά χρόνια αργότερα, τιμωρήθηκε με ένα χρόνο φυλάκιση, επειδή κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης του αριστερού λογοτέχνη Θέμου Κορνάρου. Πληροφορίες τον φέρνουν να ζει αργότερα με μια μικρή σύνταξη κάπου στο Αιγάλεω…
Πληροφορίες ελήφθησαν από το άρθρο του Ομότ. Καθηγητή Ιατρικής Νίκου Παπανικολάου, «Ο Παπα-Βαλής», στον Αιτωλοακαρνανικό Τύπο, Μάρτιος 2012, σ. 4 και από τις ιστοσελίδες http—ellinon-anava.pblogs.gr/, agriniomemories.blogspot.gr/, kokkinosfakelos.blogspot.gr/, www.epoxi.gr/

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Ἡ ἄλλη 28η Ὀκτωβρίου


28 Οκτωβρίου 312 μ.Χ, ἡ ἐπέτειος τῆς µάχης πού ἔκλεισε ἕνα κόσµο καί ἄνοιξε µιά καινούρια µέρα γιά τήν οἰκουµένη.





Ἡ ἄλλη 28η Ὀκτωβρίου
 χουµε συνηθίσει κάθε χρόνο νά γιορτάζουµε τήν ἐπέτειο τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1940, τήν ἐπέτειο τῆς χωρίς ἐλπίδα ἀντίστασης µιᾶς µικρῆς ἀλλά γενναίας Χώρας στίς ὑπερδυνάµεις πού ἤθελαν νά τήν κατακτήσουν. Βέβαια, ἐµεῖς πού γιορτάζουµε σήµερα δέν ἔχουµε καµµία σχέση µέ κείνη τή µικρή ἀλλά γενναία Χώρα πού τά ἔβαλε µέ τήν ἰσχυρότερη πολεµική µηχανή τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ἀλλά αὐτό εἶναι µιά ἄλλη πονεµένη ἱστορία, γιά τήν ὁποία δέν θά µιλήσουµε τώρα.
Τώρα θά ἤθελα νά σᾶς θυµίσω µιάν ἄλλη 28η Ὀκτωβρίου, πρίν ἀπό πολλά–πολλά χρόνια, τήν 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 312, πού φέτος συµπληρώνει τά 1.700 ἀκριβῶς χρόνια της. Εἶναι ἡ ἐπέτειος τῆς µάχης στή Μουλβία γέφυρα, τή γέφυρα τοῦ ποταµοῦ Τίβερι, λίγο ἔξω ἀπ’ τήν –τότε– Ρώµη. Εἶναι ἡ ἐπέτειος τῆς µάχης πού ἔκλεισε ἕνα κόσµο καί ἄνοιξε µιά καινούρια µέρα γιά τήν οἰκουµένη. Εἶναι ἡ ἐπέτειος τῆς µάχης πού, ἕνας ἄνθρωπος, τόν ὁποῖο οἱ «ἰσχυροί» ἐκείνου τοῦ κόσµου θεωροῦσαν νεαρό καί ἀσήµαντο καί εὔκολο νά τόν ἐξοντώσουν, «ἔπαιξε τό κεφάλι του», ἀντιµετωπίζοντας ἕνα στρατό µεγαλύτερο ἀπό τό δικό του καί ἕνα προσωπικό ἀντίπαλο ὁ ὁποῖος τόν µισοῦσε µέχρι τό βάθος τῆς ψυχῆς του, ξέροντας πώς, ἄν ἔχανε αὐτή τή µάχη, τόν περίµενε ἕνας ἀνελέητος καί οἰκτρός θάνατος. Κι ὅµως, δέν προβληµατίστηκε, δέν ἀµφέβαλλε, ἀλλά πίστεψε. Πίστεψε σέ τί; Σ’ ἕνα ὄνειρο! Σ’ ἕνα ὄνειρο, ἀλλά ὄχι σέ µιά χίµαιρα, γιατί ὄνειρο ἀπό ὄνειρο διαφέρει...
Τό ὄνοµα τοῦ «νεαροῦ» ἐκείνου ἦταν Κωνσταντῖνος. Ἀκόµα καί τό ὄνοµα ἔδειχνε τή διαφορά, γιατί ποτέ, µέχρι τότε, δέν τό εἶχε ξαναπάρει κανείς ἄλλος. Αὐτός ἦταν ὁ πρῶτος καί ὁ ἕνας µ’ αὐτό τό ὄνοµα. Κι αὐτός ἦταν ὁ πρῶτος καί ὁ ἕνας πού βίωσε ὅλη τήν τρέλλα καί τήν κακία καί τό ἀδιέξοδο τῆς πιό παρακµιακῆς ἐποχῆς στήν ἱστορία τοῦ κόσµου –µέ µόνη, ἴσως, ἐξαίρεση τή δική µας ἐποχή– καί βρῆκε τόν τρόπο νά ἀλλάξει τόν κόσµο του ἀντί νά νικηθεῖ ἀπ’ τόν κόσµο του καί νά σταυρώσει τά χέρια, ὅπως κάνουµε ἐµεῖς καί νά πεῖ, ὅπως λέµε ἐµεῖς: τί περιµένεις; Ἕνας ἄνθρωπος θά ἀλλάξει τόν κόσµο; Ἕνας κοῦκος δέν φέρνει τήν ἄνοιξη! Νά ὅµως πού τήν ἔφερε. Νά πού, ἕνας ἄνθρωπος, ἀντάλλαξε τήν παρακµή καί τήν ἀποσύνθεση τοῦ κόσµου του µέ τή ζωή καί τή δηµιουργία ἑνός νέου κόσµου.
Πολλοί ἱστορικοί ἰσχυρίζονται ὅτι πέτυχε, ἐπειδή ἦταν ἁπλᾶ ἕνας ἔξυπνος καιροσκόπος πού ἐκµεταλλεύτηκε τή µεγάλη ἐπιρ­ροή τοῦ χριστιανισµοῦ. Ἄλλοι, πού θεωροῦν τόν ἑαυτό τους ἰδιαί­τε­ρα εὐφυῆ, ἀποφαίνονται ὅτι ἦταν µέν καιροσκόπος, ἀλλά ὄχι καί πολύ ἔξυπνος.Ὁ ἴδιος, φαντάζοµαι, ἀπαντάει σ’ ὅλους τούς ἐπικριτές του, ὅπως ἀπάντησε –σέ µιά ἀπ’ τίς ἐλάχιστες φορές πού ἔµεινε στή Ρώµη– καί σ’ αὐτούς πού ἦρθαν νά τοῦ ποῦν ὅτι ὁ ὄχλος τόν ἀποδοκιµάζει πετροβολῶντας τά ἀγάλµατά του καί µιά πέτρα χτύπησε ἕναν ἀδριάντα του στό µέτωπο. Τότε ὁ «ὄχι πολύ ἔξυπνος»(!) Κωνσταντῖνος χαµογέλασε, σήκωσε τό χέρι του καί ἔτριψε τό µέτωπό του καί εἶπε: «ἀλήθεια; δέν τό κατάλαβα!» Νοµίζω ὅτι αὐτή ἡ µεγαλόψυχη, γεµάτη χιοῦµορ ἀνοχή ἐξακολουθεῖ νά τόν βοηθάει µέσα στήν αἰωνιότητα νά ἀνέχεται τή βλακεία τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους καί νά µή δίνει σηµασία στά ὅσα λέγονται καί γράφονται γι’ αὐτόν.
Ὁ κόσµος τοῦ «νεαροῦ» Κωνσταντίνου δέν ἦταν κόσµος ἄθεος. Ἡ ἀθεΐα εἶναι ἐφεύρεση τῆς ἀλαζονείας τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου πού θέλει τόν ἑαυτό του κυρίαρχο τοῦ σύµπαντος καί δέν ἀνέχεται νά εἶναι ὑπόλογος σέ κανέναν. Οἱ Ρωµαῖοι ὅµως τοῦ τέλους τοῦ τρίτου καί τῆς ἀρχῆς τοῦ τετάρτου αἰῶνα ἦσαν ἐξαιρετικά δεισιδαίµονες καί ἀφοσιωµένοι εἰδωλολάτρες, µέ χαρακτηριστικό παράδειγµα τόν Διοκλητιανό, ὁ ὁποῖος δέν ἔκανε τίποτε ἄν δέν συµβουλευόταν τούς µάντεις καί τούς ἱερεῖς του. Τόσο «ἀνοιχτοί» ἦσαν µάλιστα στήν εἰδωλολατρεία τους, ὥστε εἶχαν «κάνει εἰσαγωγή» καί ξένων θεῶν καί ἀπό τήν Αἴγυπτο –ἡ λατρεία τῆς σκοτεινῆς θεᾶς Ἴσιδος ἦταν πολύ «µόδα» στούς ἀριστοκρατικούς κύκλους– ὅσο καί ἀπό τήν Ἀνατολή, ἀπ’ ὅπου ἦρθε ἡ λατρεία τοῦ Μίθρα, τοῦ θεοῦ–ἥλιου.
Ὁ κόσµος τοῦ «νεαροῦ» Κωνσταντίνου, ἐπίσης, δέν ἦταν στερηµένος πολιτικῶν προσωπικοτήτων. Ὁ αὐτοκράτορας Διοκλη­τιανός, ἦταν τό πρότυπό τοῦ ἐθνικοῦ Ρωµαίου αὐτοκράτορα. Σκληρός ἀλλά πατριώτης, στρατιώτης ἀλλά καί πολιτικός, πολύ ἔξυπνος καί διορατικός, πιστός σάν φίλος καί ἀδυσώπητος σάν ἐχθρός. Ἦταν ὁ µόνος Ρωµαῖος αὐτοκράτορας πού τακτοποίησε µέ τόν καλύτερο ἀνθρώπινα τρόπο τίς ὑποθέσεις τῆς αὐτοκρατορίας του καί ἀποσύρθηκε στά κτήµατά του νά «καλλιεργήσει λάχανα» γιατί τοῦ ἄρεσε ἡ ἀγροτική ζωή. Τόσο πολύ τοῦ ἄρεσε, µάλιστα, ὥστε ὅταν ὁ Γαλέριος τόν παρακάλεσε κάποια στιγµή µετά νά ἀνακαλέσει τήν παραίτησή του καί νά γυρίσει νά βάλει τάξη στό χάος τῶν ἐµφυλίων συγκρούσεων, νά τοῦ ἀπαντήσει: «ἄν βλέπατε τί ὡραῖα πού εἶναι τά λάχανα πού φυτεύω µέ τά χέρια µου, δέν θά µοῦ ζητούσατε νά τά ἀφήσω».
Ὁ «νεαρός» Κωνσταντῖνος ἔζησε δίπλα του καί µαθήτευσε στή διοίκηση τοῦ Διοκλητιανοῦ καί ἔµαθε ἀπό αὐτόν. Ἴσως καί νά µήν ἔφτασε τό δάσκαλό του στίς ἱκανότητες –ὅπως θέλουν νά πιστεύουν κάποιοι ἱστορικοί– ἴσως… Εἶχε ὅµως µιά καταλυτική διαφορά καί µέ τόν Διοκλητιανό καί µέ ὅλους τούς ὑπόλοιπους. Ἀκόµα κι ὅταν ἦταν νεαρός καί εἰδωλολάτρης, ἡ λατρεία του στρεφόταν στό θεό-ἥλιο τῆς Ἀνατολῆς, τόν Μίθρα καί ὄχι στούς σκοτεινούς καί σκληρούς θεούς. Ἡ λατρεία του ἦταν τό φῶς, ὄχι τό σκοτάδι. Ὁ Διοκλητιανός, ὅταν τοῦ προφήτεψαν οἱ ἱερεῖς του ὅτι οἱ «δίκαιοι οἱ ἐπί γῆς» θά δώσουν τή λύση πού ζητοῦσε, ρώτησε τούς ἀνθρώπους του ποιοί ἦταν αὐτοί οἱ δίκαιοι. Κι ὅταν πῆρε τήν ἀπάντηση: «οἱ χριστιανοί», τότε ἐξαπέλυσε διωγµό ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Ὁ «νεαρός» Κωνσταντῖνος, ἀκόµα κι ὅταν ἦταν εἰδωλολάτρης, θαύµαζε καί ἀγαποῦσε τούς δίκαιους ἀνθρώπους καί τούς διάλεγε γιά συνεργάτες του. Ἐκεῖ ἦταν ἡ διαφορά του. Στό ἦθος καί στίς ἐπιλογές του.
Κι αὐτή ἦταν ἡ διαφορά πού ἔδωσε στήν ἀνθρωπότητα µιά παράταση ζωῆς. Οἱ πρῶτοι χριστιανοί, βλέποντας τή διαφθορά καί τό χάος τῆς ζωῆς τοῦ κόσµου τους, περίµεναν τή Δευτέρα Παρουσία σύντοµα. Καί πράγµατι, ἀνθρώπινη λύση δέν ὑπῆρχε στό πολιτικό ἀδιέξοδο τῆς τεράστιας, κουρασµένης καί διεφθαρµένης Ρωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ σοφότερη ἀνθρώπινη λύση, ἦταν αὐτή τοῦ Διοκλητιανοῦ: νά χωριστεῖ ἡ οἰκουµένη σέ Ἀνατολή καί Δύση, µέ ἕναν κυβερνήτη στήν Ἀνατολή καί ἕναν στή Δύση. Καί αὐτή ἡ λύση ἀπέτυχε. Γιατί; Γιατί οἱ ἄνθρωποι, ἄν δέν εἶναι δίκαιοι, εἶναι θηρία. Ἔτσι ἦταν, ἔτσι εἶναι καί ἔτσι θά εἶναι στόν αἰῶνα. Γι’ αὐτό ἀπέτυχε ἡ τετραρχία τοῦ Διοκλητιανοῦ. Γιατί ὁ ἕνας στράφηκε ἐνάντια στόν ἄλλον, ὅσο κι ἄν ἦταν µεταξύ τους δεµένοι µέ ὅρκους, µέ γάµους, µέ φιλίες, µέ συγγένειες. Πατέρας πρόδωσε τό γιό του καί γιός τόν πατέρα. Κανείς καί τίποτα δέν µποροῦσε νά σώσει τήν κατάσταση, παρά µόνον ἕνας νεαρός, πού ὅλοι οἱ «ἰσχυροί» τόν ὑποτιµοῦσαν, ἕνας –κατά τήν εἰδωλολατρική προφητεία– «δίκαιος ἐν τῷ κόσµῳ».
Δέν θά ἔπεφτε κανείς ἔξω ἄν ἔλεγε ὅτι χίλια ἑπτακόσια χρό­νια πρίν, ἡ µάχη στή Μουλβία γέφυρα, ἦταν µιά µάχη ἀνάµεσα στό φῶς καί στό σκοτάδι. Ἀρκεῖ νά βάλεις ἀπέναντι τούς δύο στρα­τη­γούς: τό «νεαρό» Κωνσταντῖνο πού ὑστεροῦσε σέ στρατό καί ἀκολουθοῦσε ἕνα ὅραµα Φωτός καί Σταυροῦ καί τόν ἰσχυ­ρό Μαξέντιο, τόν ὀχυρωµένο στή Ρώµη, µέ τούς φοβερούς πραιτω­ριανούς ἀφοσιωµένους στό πρόσωπό του, µέ τό φόβο τοῦ ὀνόµατός του καί τῆς ἀγριότητάς του νά πολεµάει γι’ αὐτόν, ἀκόµα καί στήν ἀπουσία του. Κι ὅταν λέµε φόβο, ἐννοοῦµε ὅτι ὅποιος εἶχε διαφορετική γνώµη ἀπ’ αὐτόν, νά χάνει τή ζωή καί τήν περιουσία του. Ὅποια γυναῖκα –ὅσο εὐγενής καί ὅσο πλούσια– παντρεµένη ἤ ἀνύπαντρη τοῦ τραβοῦσε τήν προσοχή, ἁρπαζόταν ἀµέσως, µαζί µέ τήν περιουσία της. Ἡ ἁγνότητα ἐθεωρεῖτο µέ νόµο σάν προδοσία κατά τοῦ κράτους. Τέτοιο φόβο ἐννοοῦµε καί πολύ περισσότερο, πού δέν ἔχουµε ἐδῶ δυνατότητα νά ἀναπτύξουµε.
Ἀκόµα καί ἡ ἐµφάνισή του προκαλοῦσε δέος σ’ ὅποιον τόν ἀντίκρυζε. Βγῆκε νά πολεµήσει ντυµένος µέ ὁλόχρυση βαρειά πανοπλία πού θάµπωνε τούς ἀντιπάλους του. Ἡ δύναµη, ἡ ἐξου­σία, ἡ φαντασία, ἡ βία, ὁ τρόµος, ὅλο τό βάρος καί ἡ δόξα καί ἡ καταπίεση τῆς ἀρχαίας Ρωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἀπέναντι σ’ ἕναν διωγµένο καί ἀπειληµένο καί ἀνεπιθύµητο «νεαρό» πού ἀκολουθοῦσε ἕνα ὅραµα κι ἕνα λάβαρο!
Ἡ χρυσή πανοπλία τράβηξε τόν Μαξέντιο στόν πάτο τοῦ Τίβερη καί ἔγινε ὁ θάνατός του. Χίλια ἑπτακόσια χρόνια µετά, ἡ οἰκουµένη δέν ἔχει συγχωρήσει ἀκόµα στό «νεαρό» τή νίκη του. Χίλια ἑπτακόσια χρόνια µετά, ἡ οἰκουµένη ἐξακολουθεῖ νά προτιµᾶ τό σκοτάδι γιά νά µήν «ἐλέγχονται τά ἔργα της». Ἀκόµα τόν ἀγνοοῦν, τόν ὑποτιµοῦν καί τόν µειώνουν µέ ὅποιον τρόπο µποροῦν. Ἀλλά δέν µποροῦν νά καταργήσουν ἕνα γεγονός πού ἔγινε. Δέν µποροῦν νά καταργήσουν τή βεβαιότητα ὅλων ὅσοι ἀκολουθοῦν ἀκόµα τό ὅραµα καί τό λάβαρο τοῦ Φωτός καί τοῦ Σταυροῦ ὅτι οἱ «δίκαιοι οἱ ἐν τῷ κόσµῳ» δέν χάθηκαν καί δέν φοβοῦνται τό σκοτάδι καί τίς χρυσές πανοπλίες. Γιατί ὁ δικός τους Βασιλιάς «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»!...

                                                                                    
   Νινέττα Βολουδάκη
                                                                 
  «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ὀκτώβριος              
  2012
                                                                                         
 Ἀρ. Τεύχους 122

+ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ 1. ΤIMH ΣΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΟ ΜΑΡΙΑ – 2. H NIKH THΣ EΛΛΑΔΟΣ


Τῆς Ἁγίας Σκέπης
Κυριακή 28 Ὀκτωβρίου

ΤIMH ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἑορτὴ τῆς ἁ­γίας Σκέπης, τῆς Σκέπης τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Τιμοῦμε τὴν Παναγία Παρθένο, τὴ Μητέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν εὐγνωμονοῦμε γιὰ τὶς ἀμέτρητες εὐεργεσίες της ὄχι μόνο στὸν καθένα μας προσω­πικῶς ἀλλὰ καὶ σ᾽ ὅλο τὸν κόσμο. Ἰδιαιτέρως οἱ Ἕλληνες τιμοῦμε τὴν Παναγία γιὰ τὴν ἀ­γάπη καὶ τὴν προστασία ποὺ ἔδειξε στὴν πατρίδα μας σὲ στιγμὲς κρίσιμες.
Ἐνῷ ὅμως κάθε ὀρθόδοξος Ἕλληνας ὀ­φεί­λει νὰ τιμᾷ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, ἐν τούτοις στὸν τόπο μας κάποιοι δὲν τὴν τιμοῦν. Ὑπάρχουν αἱ­ρετικοί, ὅπως λ.χ. οἱ χιλι­α­σταὶ ἢ ἰ­εχωβῖτες, ποὺ δὲν θέλουν οὔτε τ᾽ ὄ­νομά της ν᾽ ἀκούσουν καὶ καῖνε τὶς εἰκόνες της ὅπως παλαιὰ οἱ εἰκονομάχοι. Ὑπάρχουν ἀ­κό­μα καὶ λε­γόμενοι ὀρθόδοξοι, ποὺ βλασφημοῦν χυ­δαῖα τὸ ὄνομά της καὶ χύνουν ἔτσι τὸ φαρμά­κι τους. Ὑπάρχουν ἀ­κόμα καὶ λόγιοι καὶ συγγρα­φεῖς, θεωρούμενοι μορφωμένοι, ὅπως ὁ περι­βόητος Καζαντζάκης, ποὺ ἡ πέννα τους στάζει δηλητήριο ὀ­χιᾶς ἐναν­τίον τῆς Θεοτόκου. Γι᾽ αὐτοὺς ἕνας ὕμνος λέει· «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων τὴν εἰκό­να σου τὴν σεπτήν…» (Παρακλ. Κανὼν μεγαλυν.). Ἐν ἀντιθέσει λοιπὸν πρὸς ὅλους αὐτούς, τοὺς ἀ­πί­στους καὶ βλασφήμους καὶ αἱρετικούς, ἐμεῖς τι­μοῦμε τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο.

* * *

Ἡ Παρθένος Μαρία δὲν εἶνε ἕνας συνηθισμένος ἄνθρωπος ὅπως ὅλοι ἐμεῖς· δὲν εἶ­νε μιὰ γυναίκα ἀ­πὸ τὰ δισεκατομμύρια τῶν γυναι­κῶν ποὺ ἦρθαν στὸν κόσμο. Εἶνε ἀνωτέρα ὅ­λων τῶν ἐναρέτων γυναικῶν καὶ ἀνδρῶν ὅλων τῶν αἰώνων, τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς καινῆς διαθή­κης, ποὺ ἔλαμψαν μὲ τὴν καλωσύνη καὶ ἁγιότητά τους. Εἶνε ἀνωτέρα καὶ προφητῶν καὶ πατριαρχῶν. Εἶνε ἀνωτέρα ἀκόμα καὶ τῶν ἀγ­γέλων καὶ ἀρχαγγέλων· εἶνε «ἡ τι­μιωτέρα τῶν Χε­ρουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀσυγ­κρίτως τῶν Σεραφίμ». Εἶνε τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἡ Παναγία μας, τὸ ἀνεπανάληπτο καὶ ἀνέκφραστο θαῦ­μα μέσα στὴ θεία δημιουργία. Εἶνε τὸ «κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν» (ᾎσμ. 2,2). Εἶνε τὸ ἄ­στρο τῆς αὐγῆς, ἢ μᾶλλον ―ἂν ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἥ­λι­ος ποὺ φωτίζει τὸν κόσμο καὶ οἱ ἅγιοι τὰ ἄ­στρα― ἡ Παναγία, ὅ­πως λέει ὁ ἱερὸς Δαμασκηνός, εἶνε ἡ πανσέληνος ποὺ σκορπίζει τὸ ἱλαρό της φῶς. Ἡ Παρθένος Μαρία εἶνε ἡ «κε­χα­ρι­τωμένη», ἡ γεμά­τη χάρες, ὅπως εἶπε ὁ ἀρχάγ­γελος τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (Λουκ. 1,28).
Στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία ποὺ εἶπε ἡ ἰδία. Ποιά προφητεία; Ἦταν κόρη ἄσημη, ζοῦσε ἄγνωστη, κανένας λόγος δὲν γινόταν γι᾽ αὐτὴν σὲ δημόσιες συζη­τήσεις, δὲν παρουσίαζε τίποτε τὸ ἐξαιρετικό. Καὶ ὅμως αὐτὴ ἡ ταπεινὴ παρθένος εἶπε στὴν ἐξαδέλφη της Ἐλισάβετ· «Ἀπὸ τοῦ νῦν μα­καρι­οῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» (ἔ.ἀ. 1,48), ἀπὸ τώρα θὰ μὲ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενεές! Καὶ πράγματι ὁ λόγος αὐτὸς ἐκπληρώθηκε. Πέρασαν εἴκοσι αἰῶνες, θὰ περάσουν κι ἄλλοι· ἀλλ᾽ ὅσο θὰ λάμπῃ ἥλιος καὶ ἄ­στρα καὶ θὰ τρέχουν ποταμοὶ καὶ θὰ θάλλουν δέντρα καὶ θὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι μὲ καρδιὰ καὶ αἴσθημα, θὰ τιμοῦν τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο. «Ἀπὸ τοῦ νῦν μακαρι­οῦ­σί με πᾶ­σαι αἱ γενεαί». Ἡ προφητεία αὐτή, ποὺ ἐκπληρώνεται κατὰ γράμμα στὸ πρόσωπο τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, εἶνε μιὰ τρανὴ ἀπό­δειξις ὅτι ἡ θρησκεία μας εἶνε ἀληθινή.
Ἡ Παναγία εἶνε ὁ πόθος ποὺ ἁγνίζει τὶς ψυ­­χὲς αὐτῶν ποὺ δοκιμάζονται. Σ᾽ αὐτὴν καταφεύγει ὁ πονεμένος κόσμος, ἀπὸ τὴ μικρὰ ἡ­λικία μέχρι βαθυτάτου γήρατος. Τὸ ὄνομα τῆς Παναγίας εἶνε γλυκύτατο. Ὕστερα ἀπὸ τὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο ἄλ­λο ὄνομα πιὸ γλυκὺ ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς ὑπερα­γίας Θεοτόκου. Παναγία μου! φωνάζουν χιλιά­δες στόματα θλιβομένων. Παναγία μου! φωνά­ζουν τὰ ὀρφανὰ καὶ οἱ χῆρες ποὺ δὲν ἔχουν προστάτη. Παναγία μου! φωνάζουν οἱ ἄρρωστοι, ποὺ βογγοῦν πάνω στὰ κρεβάτια καὶ δὲν ἔχουν κοντά τους κανένα νὰ τοὺς παρηγορή­σῃ. Παναγία μου! φωνάζουν οἱ ναυτικοὶ στὸν ὠκεανό, ποὺ παλεύουν μέσ᾽ στὰ ἄγρια κύματα. Παναγία μου! φωνάζουν φυλακισμένοι μέσα στὰ σκοτεινὰ κελλιά τους. Παναγία μου! φωνάζουν οἱ στρατιῶτες μας, ποὺ φρουροῦν στὸ κρύο τοῦ χειμώνα τὰ σύνορα τῆς πατρίδος. Παναγία μου! φωνάζει πρὸ παντὸς – ποιός; ὁ ἁμαρτωλός. Καὶ ποιός δὲν εἶνε ἁμαρτωλός; Σ᾽ αὐτὴν καταφεύγουμε οἱ ἁμαρτωλοί· τὴν προστασία, τὶς πρεσβεῖες καὶ τὴ μεσιτεία της ζητοῦμε πρὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

* * *

Ἀλλ᾽ ἡ Παναγία δὲν τιμᾶται μόνο ἀπὸ ἄτομα· τιμᾶται καὶ ἀπὸ λαοὺς καὶ ἔθνη ὁ­λόκληρα. Κι ἂν ὑπάρχῃ ἕνα ἔθνος ποὺ τιμᾷ ἐ­ξ­αιρετικῶς τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶνε τὸ ἱστορικὸ ἔθνος τῶν Ἑλλήνων, ἡ Ἑλλάς.
Πολλὲς φορές, ὅπως λέει ἡ ἱστορία, βάρβαρα ἔθνη Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως ἀπείλησαν νὰ συντρίψουν καὶ νὰ ἐξαφανίσουν ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς τὸ μικρὸ τοῦτο ἔθνος. Καὶ ὅμως δὲν τὸ πέτυχαν. Γιατί; Στὸ Βυζάντιο, ἐνῷ οἱ ἄν­τρες πολεμοῦσαν στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ πυρός, γυναῖκες καὶ παιδιὰ μέσα στὴν Πόλι παρακαλοῦσαν τὴν Παναγία· καὶ ἐκείνη ―δὲν εἶνε ψέμα, εἶνε ἀλήθεια ἱστορική― βο­ή­θησε καὶ ἡ Πόλις σώθηκε κατ᾽ ἐπανάληψιν, καὶ τότε ὁ λαὸς ἔψαλε· «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατη­γῷ τὰ νικητήρια…». Ἡ Παναγία εἶνε ὄντως ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγὸς τοῦ γένους.
Δὲν εἶνε ὅμως μόνο τὰ παλαιὰ ἐκεῖνα θαύματα· ὑπάρχουν καὶ νεώτερα. Σήμερα ἑ­ορ­τά­ζουμε ἕνα ἀπὸ αὐτά. Εἶνε τὸ ἱστορικὸ ἐκεῖ­νο «ΟΧΙ», ποὺ ἡ μικρά μας πατρίδα εἶπε σ᾽ ἕνα ἰ­σχυρὸ κράτος ὅταν τῆς ἐπετέθη. Τὸ πανίσχυ­ρο ἐκεῖνο κράτος εἶχε 4.000 λόγχες, εἶχε ἀμέτρητα ὅπλα καὶ τάνκς στὴν ξηρά, ὑποβρύχια στὴ Μεσόγειο, ἀεροπλάνα, ποὺ σκίαζαν τὸν ἥ­λιο. Ἡ πατρίδα μας ἦταν μικρὸς Δαυῒδ κ᾽ ἐκεῖ­νος ἕνας Γολιάθ, ποὺ ἀπειλοῦσε Ἀνατολὴ καὶ Δύσι. Ὅλοι περίμεναν ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ πέσῃ. Ὁ κατακτητής, ποὺ κυριαρχοῦσε ἤδη στὰ Βαλ­κάνια, ἔλεγε· Σὲ μιὰ βδομάδα θὰ εἴμαστε στὴν Ἀ­θήνα καὶ θὰ ὑψώσουμε τὴ σημαία στὴν Ἀκρό­­πολι. Τόσο βέβαιος ἦταν, ὥστε ἔκοψε προκαταβολικὰ χιλιάδες μετάλλια, ποὺ θὰ θύμιζαν τὴ νίκη του. Καὶ ξαφνικὰ ἀπὸ ὅλα τὰ ῥαδιόφω­να, ῥωσικὰ ἀγγλικὰ ἀμερικάνικα, ὁ κόσμος σὲ κάθε γωνία τῆς γῆς ἄκουγαν ὅτι νικᾷ ἡ Ἑλλάς!
Πῶς νίκησε; Θὰ εἶνε ἀχάριστος καὶ ἀγνώμων καὶ ἄθεος καὶ ἄπιστος ὅποιος θελήσῃ νὰ ἀγνοήσῃ ὅτι ἡ Παναγία βοήθησε τὴν Ἑλλάδα. Παναγία μου!… ἦταν ἡ φωνὴ ποὺ ἀκουγόταν ἀπ᾽ ἄκρου εἰς ἄκρον· στὰ νησιά μας, στὸ Μοριά, στὸν Ταΰγετο, στὰ Δωδεκάνησα, στὸν Ἕβρο, παντοῦ ὅπου ὑπῆρχαν Ἑλληνικὲς καρδιές. «Παιδί μου, στὸ καλό, ἡ Παναγία μαζί σου»· τὸ ἄκουσα τότε ἀπὸ πολλὲς μητέρες, ποὺ ἀποχαιρετοῦσαν τὸ παιδί τους. Παναγία μου, ἔλεγαν μὲ δάκρυα στὰ μάτια, βοήθα τὸ στρατό μας, προστάτεψε τὰ παιδιά μας. Παναγία μου! φώναζαν καὶ οἱ ἴδιοι οἱ στρατιῶτες μας πάνω στὰ χιονισμένα ψηλὰ βουνά, ὅπου μόνο ἀετοὶ πετοῦσαν. Τὴ μορφὴ τῆς Παναγίας εἶχαν στὴ καρδιά τους, τὴν εἰκόνα της εἶχαν μέσα στὰ φυλάκια καὶ στὸν κόρφο τους. Καὶ ἡ Παναγία ἔκανε τὸ θαῦμα, τὸ μεγάλο θαῦμα. Ἀπεδείχθη γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγὸς τοῦ γένους μας.

* * *

Γι᾽ αὐτό, ἀγαπητοί μου, τιμοῦμε τὴν Παναγία. Δὲν ξέρω τί κάνουν ἄλλοι λαοί· ξέρω ὅ­μως πολὺ καλά, ὅτι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ εἴμεθα εὐγνώμονες πρὸς τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς ἔθνος. Καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη νὰ τὴ δείχνουμε ἐμπράκτως.
Δὲν πρέπει στὸν τόπο μας νὰ ἀκούγεται οὔ­τε μιὰ βλασφήμια ἐναντίον τῆς Παναγίας. Καίγομαι, φλέγομαι, ὑποφέρω ὅταν ἀκούω νὰ ὑβρίζουν τὴν Παναγία. Ἡ μάνα σου, αὐτὴ ποὺ σὲ γέννησε, μπορεῖ νὰ εἶνε μία ἁμαρτωλὴ γυναίκα· ἀλλὰ τὴν Παναγία, ποὺ εἶνε ἡ γλυκειὰ μάνα τοῦ κόσμου, πῶς τολμᾷς καὶ τὴν ὑ­βρίζεις; Ἂν σοῦ ποῦν μία κακὴ λέξι γιὰ τὴ μάνα σου, γιὰ τὴ γυναῖκα σου, γιὰ τὴν ἀδελφή σου, πιστόλι βγάζεις. Κι ὅμως ὑβρίζεις τὴν Παναγία, ποὺ εἶνε ὑπεράνω ἀστέρων τῶν τοῦ οὐ­ρανοῦ, ὑπεράνω τοῦ ἡλίου, ποὺ εἶνε ἡ Παρθένος – ἡ Ἀειπάρθενος.
Γι᾽ αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα, ὅπως τὸ ἐτόνισα καὶ τὸ ἔγραψα, ὁ Θεὸς παραχωρεῖ καὶ γίνονται σει­σμοὶ καὶ καταστροφές. Τὰ μεγαλύτερα ἁμαρτήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶνε δύο. Τὸ ἕνα εἶνε οἱ βλασφημίες. Κανένα ἄλλο ἔθνος δὲ βλαστημάει τόσο πολὺ τὴν Παναγία, ὅπως ἐ­μεῖς, οἱ ἀχάριστοι καὶ ἀγνώμονες· οἱ ὁποῖοι, ὅταν ὑπάρχῃ κίνδυνος, φωνάζουμε Παναγία μου! κι ὅταν δὲν ὑπάρχῃ κίνδυνος, τότε τὴν βλαστημοῦμε. Καὶ τὸ ἄλλο ἁμάρτημα εἶνε οἱ ἀμβλώσεις, οἱ ἐκτρώσεις, τὸ ὅτι οἱ γυναῖκες δὲν γεννοῦν πλέον παιδιά. Εἶνε καταστροφή.
Ἂς μετανοήσουμε, ἂς προσπέσουμε στὸ ἔ­λεος τοῦ Θεοῦ, ἂς ζητήσουμε τὶς πρεσβεῖες τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καὶ εἴθε ἡ Παναγία μας νὰ προστατεύῃ ὅλη τὴν πατρίδα· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,  ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱερό ναὸ της Ἁγίας Σκέπης Πτολεμαΐδος 27-10-1978

H NIKH THΣ EΛΛΑΔΟΣ

Η Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί μου, συμμετέχει σήμερα ὁλοψύχως στὶς ἐκδηλώσεις τῆς ἐνδόξου αὐ­τῆς ἐπετείου τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940. Μὲ τὴ δοξολογία ποὺ τελεῖται στοὺς μεγάλους ναοὺς καὶ μὲ τὸν ὕμνο «Τῇ ὑπερμά­χῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…» τὸν παιᾶνα τῆς νίκης ποὺ ψάλλουν ὅλοι, ἡ σκέψι μας, ἡ σκέψι ὅλων τῶν Ἑλ­λήνων ὅπου κι ἂν βρίσκων­ται, στὸ ἐσωτερικὸ ἢ στὸ ἐξωτερικό, γυρίζει στὶς ἡμέρες ἐκεῖνες καὶ φτερουγίζει στὰ ψη­λὰ ἐκεῖνα καὶ ἀ­πόκρημνα καὶ κακοτράχαλα βουνά, ποὺ μόνο ἀετοὶ πετοῦσαν.
Ἐκεῖ, στὰ βουνὰ ἐκεῖνα τῆς Βορείου Ἠπείρου, τὸ μικρὸ μὲν ἀλλὰ ἔνδοξο καὶ ἱστορικὸ ἔ­θνος μας ἔγραψε μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἔνδοξες σελίδες τῆς ἱστορίας του· σελίδα, ἡ ὁποία ὑ­πενθυμίζει τοὺς θριάμβους τῶν εὐσεβῶν Βυζαντινῶν προγόνων μας ἐναντίον τῶν βαρβά­ρων· σελί­δα, ἡ ὁποία ὑ­πεν­θυμίζει τὸ «Μο­λὼν λαβὲ» τοῦ Λεωνίδα καὶ τῶν τριακοσίων στὶς Θερμοπύλες. Ἂς εὐχαριστήσουμε καὶ ἂς ὑ­μνήσουμε τὸ Θεό, διότι ποτέ ἄλλοτε στὴν νεωτέ­ρα ἐ­ποχὴ δὲν δοξάστηκε τὸ ἔθνος μας τόσο πολὺ ὅσο τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες τῆς νίκης καὶ τοῦ θριάμβου.
Εἶνε δὲ γεγονὸς ὅτι, ὅπως ὁμολογοῦν δικοί μας καὶ ξένοι, ἕνας ἀπὸ τοὺς σπουδαιοτέρους συντελεστὰς τῆς νίκης ἐκείνης ―γιὰ νὰ μὴν πῶ ὁ μοναδικὸς συντελεστής― ὑπῆρ­ξε ἡ πίστις ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν μαχομένων παιδιῶν τῆς Ἑλλάδος, στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν· ἡ πίστις ὅτι ὑπάρχει Θεός· ἡ πίστις ὅτι ὁ Θεὸς ἀπονέμει δικαιοσύνη· ἡ πίστις στὴν θρησκεία τῶν πατέρων μας. Ἐκεῖ ἐπάνω οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες εἶχαν μέσα στὸ νοῦ τους τὴ σκέψι τοῦ Θεοῦ. Τὰ χείλη τους ψιθύριζαν διαρκῶς προσευχὲς καὶ δεήσεις, ἐπικαλοῦντο τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο. «Παναγία μου» ἔλεγαν στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος κάθε ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ λαὸς στὰ μετόπισθεν, γυναῖκες παιδιὰ καὶ γέροντες, πάντοτε τὴν Παναγία παρακαλοῦσαν νὰ δώσῃ τὴ νίκη καὶ νὰ γυρίσουν οἱ μαχηταὶ στὰ σπίτια τους.
Κάποιος ἀνταποκριτὴς μεγάλης ἐφημερίδος τοῦ ἐξωτερικοῦ, τῶν «Τάϊμς», εἶπε, ὅτι στὰ ψηλὰ βουνὰ τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἐκεῖ ἐπάνω συνετρίβη, ὄχι μόνο ὁ ἄνανδρος εἰσ­βο­λεὺς ἀλλὰ καὶ ἡ γνωστὴ σεξουαλικὴ θεωρία τοῦ Φρόυντ· διότι ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες, ἁγνοὶ σὰν τὰ κρίνα, τίποτε ἄλλο δὲν ἐσκέπτοντο παρὰ μόνο τὸ Θεό· καὶ ἡ μόνη γυναίκα ποὺ εἶχαν στὴν καρδιά τους καὶ εἵλκυε τὴν ἀγάπη τους ἦταν ἡ μεγάλη Μάνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Χριστιανῶν, ἡ Παναγία· αὐτὴ σελάγιζε μέσα στὴ σκέψι τους.
Δὲν εἶνε ψέμα, εἶνε ἀλήθεια ―τὸ ἄκουσα ἀπὸ πολλοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ στρατιῶτες ποὺ ἐμάχοντο στὴν πρώτη γραμμή―, ὅτι ἐ­πάνω ἐκεῖ στὶς χιονισμένες κορυ­φὲς εἶδαν οἱ ἴδιοι μὲ τὰ μάτια τους τὸ θαῦμα, εἶδαν τὴν Παναγία μας. Εἶδαν τὴν ἁγία μορφή της νὰ ἐ­πισκέπτεται τὰ μαχόμενα στρατεύματα, νὰ τὰ ἐπισκιάζῃ μὲ τὴ σκέπη της καὶ νὰ τὰ εὐ­λο­γῇ.
Ὅταν τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος ἀνέβαιναν σὰν ἀετοὶ στὰ ψηλὰ ἐκεῖνα βουνὰ καὶ κατελάμβαναν κάποια ὀχυρὴ κορυφή, ἔψαλλαν· «Τῇ ὑ­περ­μάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…». Κι ὅταν πέρασαν τὸ Μοράβα καὶ μπῆκαν στὴν Κορυτσά, ὁ πρῶ­τος ὕμνος – παιὰν ποὺ ἀκούστη­κε ἐκεῖ ἦταν τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…». Ἀλησμόνητες ἡμέρες!… Ἡ νίκη λοιπὸν ἦταν τῆς Παναγίας, ἡ τιμὴ ἀνήκει σ᾽ αὐτήν. Δικαίως λοιπὸν οἱ Ἕλληνες τῆς ψάλλουν· «Τῇ ὑ­περμά­χῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυ­τρω­θεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε…».

* * *

Γι᾽ αὐτὸ σήμερα θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, ἀγαπη­τοί μου, ἀπευθυνόμενος στοὺς ἄρχοντες καὶ τὸ λαό μας, νὰ πῶ καὶ νὰ ὑπενθυμίσω τὸ ἑξῆς. Τὸν ἥλιο τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς χαρᾶς, ποὺ λάμπει σήμερα σὲ ὅλη τὴν πατρίδα μας, σκιάζει μία σκέψις. Σὰν πατριῶτες τὸ αἰσθανόμεθα ὅλοι ―καὶ ἀλλοίμονο ἂν δὲν τὸ αἰ­σθα­νόμεθα―, ὅτι τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Βορεί­ου Ἠπείρου, τὰ μέρη ποὺ ἁγίασε ὄχι μόνο μὲ τὸ κήρυγμά του ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ μαρτύριό του ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, τὰ μέρη ἐκεῖνα ὅ­που ὑπάρχουν τάφοι ἡρώων καὶ μαρτύρων, τὰ μέρη ἐκεῖνα ποὺ κατέλαβε τρεῖς φορὲς ἡ Ἑλλάς, τὸ ᾽12, τὸ ᾽17 καὶ τὸ ᾽40, τὰ μέρη ἐ­κεῖ­να ὅπου δοξάστηκε ἡ πατρίδα μας, τὰ μέρη ἐ­κεῖνα ὅπου κατοικοῦν ―δὲν εἶνε ψέμα, εἶνε ἱστορικὸ γεγονός―, κατοικοῦν τετρακόσες χι­λιάδες παρακαλῶ γνήσιοι Ἕλληνες, σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μας, τὰ μέρη αὐτὰ ἀναστενάζουν. Οἱ Ἕλληνες αὐ­τοὶ σήμερα ἀδικοῦνται, πιέζονται, τυραννοῦν­ται κάτω ἀ­πὸ τὸ ἄθεο τυραννικὸ καθεστὼς τῆς Ἀλβανίας.
Ἐκεῖ οἱ πολῖτες δὲν ἀπολαμβάνουν, καὶ σήμερα ἀκόμα, ἴσα δικαιώματα ὅπως οἱ πολῖτες ἄλλων κρατῶν. Ἐ­κεῖ, παρὰ τὸ κλῖμα τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ ποὺ πνέει στὴν εὐρύτερη περι­ο­χὴ καὶ τὴν εἰκόνα ποὺ θέλει τὸ Ἀλβανικὸ κράτος νὰ δίδεται πρὸς τὰ ἔξω, δὲν ὑπάρχει ἀκόμα ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας τὸ μικρό μας ἔθνος ἔχυσε ποταμοὺς αἱμάτων. Ἀρκεῖ νὰ σκεφθῇ κανείς, ὅτι μέχρι καὶ πρὶν ἀ­πὸ λίγο οἱ Ἕλ­ληνες Χριστιανοὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου δὲν μποροῦσαν νὰ ἔχουν ἐκεῖ καμ­πάνες στὶς ἐκ­κλησίες τους, δὲν μποροῦσαν νὰ λειτουργοῦν­ται χωρὶς κίνδυνο, δὲν μποροῦσαν νὰ βαπτίσουν τὰ παιδιά τους φανερά, δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν τοὺς γάμους τους ἐλεύθερα, δὲν μποροῦσαν νὰ ἐνταφιάσουν τοὺς νεκρούς τους μὲ ὀρθόδοξο ἱερέα. Ὑ­πῆρ­χε στυγνὴ τυραννία, σφαγιασμὸς τῶν ἀν­θρωπίνων δικαιωμάτων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κόπτον­ται τάχα τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες ἐκεῖ ὑπέφεραν τὰ μέγιστα.
Ἀκόμα, συνέβαινε ἐκεῖ κάτι μοναδικό, ποὺ δὲν τὸ συναντοῦσες πουθενά· οὔτε καὶ σὲ κά­ποιο ἀπὸ τὰ ἄλλα κράτη ὅπου βασίλευε ὁ ἄ­θεος μαρξισμός. Τί δηλαδή· ἀπαγορευόταν ἀκόμα καὶ τὸ νὰ κάνῃ κανεὶς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ! Ὅποιος ἔκανε τὸ σταυρό του, τὸν συνελάμβαναν καὶ τὸν ὡδηγοῦσαν στὰ κάτερ­γα. Αὐτὸ δὲν τὸ συναντοῦσε κανεὶς οὔτε στὴ Σερβία οὔτε στὴ Βουλγαρία οὔτε στὴ ῾Ρουμα­νία οὔτε στὴ ῾Ρωσία οὔτε κάπου ἀλλοῦ· στὰ κράτη αὐτὰ ὑπῆρχε σχετικὴ ἐλευθερία, στὴ Βόρειο Ἤπειρο ὄχι.
Σήμερα βεβαίως τὰ πράγματα στὴν Ἀλβανία ἔχουν βελτιωθῆ ὡς πρὸς τὴν θρησκευτι­κὴ ἐλευθερία, χωρὶς ὅμως νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔφθασαν στὸ ἐπιθυμητὸ σημεῖο. Ἀλλ᾽ ὡς πρὸς τὰ ἐθνικὰ δικαιώματα τῆς ἐκεῖ Ἑλληνικῆς μειονότητος, ὑπάρχει καταφανὴς στέρησις καὶ κραυγαλέα ἀδικία.
Πῶς νὰ μὴν τοὺς σκεφθοῦμε σήμερα αὐ­τοὺς τοὺς ἀδελφούς μας; πῶς νὰ μὴ τοὺς ἀ­ναλογισθοῦμε τὴν ἅγια αὐτὴ ἡμέρα; – ὅπως ἐπίσης καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς μας στὸ νότο, τοὺς Κυπρίους, οἱ ὁποῖοι διατελοῦν ἀ­κόμη κάτω ἀπὸ τὸ πέλμα τοῦ Ἀττίλα;
Γι᾽ αὐτὸ πρὸ ἐτῶν, τὸ 1981, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκ­κλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶχε ἀποφασίσει ὁμοφώνως, μία Κυριακὴ τοῦ Νοεμβρίου, στὶς 22 τοῦ μηνός, νὰ τελέ­σῃ πάνδημο μνημόσυνο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν ὅ­λων τῶν ἡρώων ἐ­κείνων ποὺ ἀγωνίστηκαν καὶ ἔπεσαν στὰ πεδία τῶν μαχῶν καὶ νὰ ὑπενθυμίσῃ στοὺς Ἕλ­ληνες, ὅτι πέρα ἐκεῖ στὴ Βόρειο Ἤπειρο ἕνας ὁλόκληρος ἑλληνισμὸς ἀ­ναστενάζει στερούμενος τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα. Καὶ πράγματι, σύμφωνα μὲ τὴν ἐν­τολὴ αὐτὴ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, στὶς 22 Νοεμβρίου 1981, τε­λέσαμε κ᾽ ἐμεῖς στὴν ἀκριτική μας πόλι τὸ μνημόσυνο αὐτό. Χτυπήσαμε τὶς καμπάνες. Συμμετεῖ­χε δὲ τότε καὶ ἡ κεντρικὴ ἐπιτροπὴ βορειοηπειρωτικοῦ ἀγῶνος, ποὺ ἑ­δρεύει στὴν Ἀθήνα καὶ διατελεῖ ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ἀρχιεπισκόπου, καθὼς καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Βορειοηπειρῶτες ποὺ κατοικοῦν στὴν περιφέρειά μας καὶ συμποσοῦνται σὲ τρεῖς χιλιάδες περίπου. Στὴν ὁμιλία μου τότε εἶπα γιὰ τὴν κατάληψι τῆς Κορυτσᾶς ἀπὸ τὸ στρατό μας καὶ γιὰ τὴν καταπίεσι ποὺ ὑφίσταντο οἱ Βορειοηπειρῶτες ἀδελφοί μας.
Ποιός θυμᾶται τὰ ἱστορικὰ ἐκεῖνα γεγονότα; Ἄχ ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες πῶς ξεχνᾶμε τὴν ἱ­στορία μας, καὶ ἰδίως ἡ νέα γενεά! Ἀλλ᾽ ὅσοι εἶνε παλαιότεροι ἐνθυμοῦνται, ὅτι 22 Νοεμβρίου 1940 ὅλη ἡ Ἑλλὰς κολυμποῦσε στὴ χαρά. Χτυποῦσαν οἱ καμπάνες, οἱ σειρῆνες, τὰ πάν­τα. Χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις ἐπικρατοῦσε. Δι­ότι ἡ 22α Νοεμβρίου 1940 εἶνε ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία τὸ ἡρωικὸ Σύνταγμα τῆς Φλωρίνης κατέλαβε τὴν Κορυτσὰ καὶ οἱ ἄνδρες του ὕ­ψωσαν ἐκεῖ τὴν ἑλληνικὴ σημαία.

* * *

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶχα σήμερα νὰ ὑπενθυμίσω, τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῆς Σκέπης τῆς ὑπερ­­αγίας Θεοτόκου καὶ ἐθνική μας ἑορτὴ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου. Καὶ εὔχομαι πάντοτε ἡ Ἑλ­λὰς ὑπὸ τὸν ἥλιο τῆς ἐλευθερίας νὰ ἑορτάζῃ τὴν ἔνδοξο αὐτὴ ἐπέτειο· ἀμήν.
 ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,  ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ του Ἁγίου  Παντελεήμονος Φλωρίνης 28-10-1981)

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

"Ένας Εθνάρχης είπε κάποτε ..."



    "Κράτα γερά μέσα σου τα ζώπυρα της πίστεως που παρέλαβες από τους γονείς σου. Η Ελλάδα είναι η χώρα των μεγάλων αγώνων για την κατίσχυση των μεγάλων ιδανικών. Μη αφήσεις τη χώρα σου να χάσει το χαρακτήρα της και να μετατραπεί σε μάζα ανθρώπων, χωρίς συνείδηση, χωρίς εθνικότητα και χωρίς ταυτότητα. Μέσα σ’αυτή τη μάζα κινδυνευείς να γίνεις ένα νούμερο, ένας αριθμός, να χάσεις την ελευθερία της προσωπικότητάς σου. Αδελφοί, μείνατε εδραίοι και αμετακίνητοι σε όσα μάθατε και σε όσα επιστώθητε. Μείνατε σταθεροί στην πίστη και στα ιδανικά του Γένους. Αυτό είναι το χρέος μας.(Aρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος)
πηγή

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Οσία Παρασκευή η Νέα η Επιβατηνή, η προστάτιδα των Βαλκανίων. (14 Οκτωβρίου)


Η Οσία άκμασε στα μέσα του 10ου αιώνα, ήταν ίσως το πρώτο παιδί της οικογένειας.
Από τους γονείς μονάχα το όνομα του πατέρα της διασώζεται. Ονομαζόταν Νικήτας. Δυστυχώς, το όνομα της μητέρας της, που τόσα πολλά προσέφερε στη χριστιανική αγωγή της Παρασκευής, παρέμεινε άγνωστο. Οι γονείς της ήταν φιλόθεοι και ευσεβείς και κοσμούσαν το βίο τους με ελεημοσύνες και αρετές. Επιθυμούσαν για τα παιδιά τους ως βάση ανατροφής να είναι η σεμνότητα, η ευλάβεια και η σωφροσύνη, στολίσματα λαμπρά που θα τα στόλιζαν μαζί με τη σχολική παιδεία, που τους παρείχαν πλούσια. Γι’ αυτό και τα παιδιά τους τα ανέθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Χριστού, τα άσκησαν από μικρή ηλικία σε όλα τα καλά και θεάρεστα έργα.
Στην Ανατολική Θράκη δύο πόλεις έριζαν σχετικά με την Οσία, οι Επιβάτες, τόπος καταγωγής της, ωραία κωμόπολη στα θρακικά παράλια της Προποντίδας και η επίσης όμορφη Καλλικράτεια, τόπος κοίμησής της. Η αγάπη των πιστών των δύο αυτών κωμοπόλεων στην Οσία ήταν τόσο μεγάλη, που την ήθελαν αποκλειστικά δική τους αγία και προστάτιδα, σε τέτοιο βαθμό, που οι ερευνητές που καταπιάνονταν να γράψουν το βίο της άλλοτε να την αναφέρουν ως Επιβατινή και άλλοτε ως Καλλικρατεινή. Της είχαν δε αφιερώσει μεγαλοπρεπείς ναούς. Όλοι οι βιογράφοι συμφωνούν άτι η οσία Παρασκευή γεννήθηκε και μεγάλωσε στην ελληνόφωνη περιοχή των Επιβατών της Ανατολικής Θράκης, που βρισκόταν στη θάλασσα της Προποντίδας 25 μίλια από την Κωνσταντινούπολη. Διαφωνούν όμως στη χρονολογία γέννησης και θανάτου, καθώς και στον τόπο κοίμησής και στη συγγένεια της με τον όσιο Ευθύμιο, επίσκοπο Μαδύτου, Ο Ευστρ. Δράκος αναφέρει ότι η Οσία γεννήθηκε και πέθανε στην Καλλικράτεια κατά το 12ο αιώνα.
Και οι δύο γονείς της προέρχονταν από πλούσια και επίσημη οικογένεια, διακρίνονταν για την ευγένεια, τη μετριοφροσύνη και τη μεγάλη τους αρετή. Όλες τις αρετές τους τις χρησιμοποίησαν σε έργα φιλανθρωπίας και κοινής ωφελείας. Πίστευαν βαθιά και το έλεγαν: «Ότι δεν έχει διά τα τέκνα μας καμίαν αξίαν να επιδεικνύουν μόνο την έπαρσιν ξηράς μαθήσεως, άνευ των ηθικών αρετών, αι οποίαι αποτελούσιν τον χαρακτήρα και την τιμήν μιας χριστιανικής παρθενικής ζωής. Διότι “σταγών αρετής μείζων ωκεανού σοφίας”». Αυτά τα ευγενή αισθήματα μετέδωσαν στα δύο τους παιδιά, τον Ευθύμιο και την Παρασκευή, και τους ενέπνεαν να κάνουν έργα φιλανθρωπίας, να είναι φιλεύσπλαχνα σ’ αυτούς που πάσχουν και όλα αυτά τους τα μάθαιναν από τη μικρή τους ηλικία.
Η Παρασκευή πλάστηκε κατά το πρότυπο των γονιών της, Σ’ αυτήν μεταδόθηκαν όλα τα φιλεύσπλαχνα και φιλάνθρωπα αισθήματά τους. Τόσο, ώστε κάποια μέρα καταστενοχωρήθηκε, όταν βρέθηκε με την παιδαγωγό της σε κάποια εξοχή, και εκεί συνάντησε μια κοπέλα ρακένδυτη. Την πόνεσε πολύ και θέλησε να της δώσει χρήματα, αλλά με λύπη παρατήρησε ότι δεν είχε μαζί της. Για πρώτη φορά σκέφτηκε ότι ήταν καλό να φορούσε κοσμήματα. Έφερε όμως χρυσό σταυρό πάνω της. Αμέσως χωρίς δισταγμό κινήθηκε, για να το βγάλει και να το δώσει στη φτωχή κοπέλα, αλλά η παιδαγωγός δεν την άφησε: «Δεν είναι ορθόν να δώσης ως ελεημοσύνην τον σταυρόν σου» της είπε. Η δε Παρασκευή απάντησε: «Ο σταυρός μάς εδίδαξε την ελεημοσύνην, δεν αρμόζει τόση στέρησις, εν μέσω κοινωνίας εχούσης αρχηγόν τον Χριστόν. Μια τοιαύτη κοινωνία έπρεπε να αγνοεί την ένδειαν» και αμέσως έδωσε στη νέα το σταυρό.
Η Παρασκευή από τη μικρή της ηλικία συνόδευε τακτικά τη μητέρα της στην εκκλησία. Κάποια φορά, όταν ήταν δέκα ετών, εκκλησιάστηκαν στο ναό της Παναγίας Θεοτόκου. Εκεί άκουσε την περικοπή του Ευαγγελίου που έλεγε: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτόν και ακολουθείτω μοι», η καρδιά της κυριεύτηκε από θεία αγάπη. Άρχισε αμέσως ν’ αρνιέται τον εαυτό της και να κάνει πράξη τα λόγια του Χριστού.
Πολλές φορές έδωσε τα φορέματά της στους φτωχούς. Μάλιστα, σε βαρύ χειμώνα έβγαλε το πανωφόρι της στη μέση του δρόμου και το έδωσε σε νεαρό κορίτσι που έτρεμε από το κρύο. Όλα όσα έκανε τότε στο πατρικό της σπίτι ήταν σημεία και προοίμια και αρχές τής μετά απ’ αυτά αρετής και τελειότητάς της. Οι γονείς ήταν ευτυχισμένοι που έβλεπαν τα παιδιά τους να προκόβουν στην κατά Χριστό ζωή και παρακαλούσαν το Θεό να τα διατηρεί πάντοτε υπάκουα στους νόμους Του και στις εντολές Του.
Από μικρή ηλικία νέοι με περιουσία, κοινωνική θέση και αξιώματα τη ζήτησαν για σύντροφο της ζωής τους. Η Παρασκευή αρνιόταν. Ο πατέρας και η μητέρα της έλεγαν: «Ότι η περίοδος των αρνήσεων έπρεπε να τελειώνη» και την παρακαλούσαν να αποκατασταθεί πριν πεθάνουν. Της έλεγαν: «Ορφανό κορίτσι, τότε τί θα απογίνης;» Η Παρασκευή πάντοτε απέφευγε αυτή τη συζήτηση· τους έλεγε: «Ο ουράνιος Πατήρ ζει, προστατεύει και επιβλέπει πάντοτε. Όταν πιστεύει τις και ζει υπό τας εντολάς Του και τον έχη υπεράνω του, πλησίον του και εντός του, πώς θα μείνη ορφανός;». Και για να ενθαρρύνει τους γονείς της πρόσθετε: «Διατί σκέπτεσθε περί θανάτου σας; Αι ημέραι του ανθρώπου εξαρτώνται από τον Θεόν». Η τόσο μεγάλη ψυχική αρετή της Παρασκευής είχε αντανάκλαση στο νεανικό της πρόσωπο και την καθιστούσε ωραιότατη. Πολλές φορές της έλεγαν οι φίλες της: «Είσθε τόσο πλούσιοι εσείς! Τί θα απογίνη τόση περιουσία, εάν, όπως λέγεις, δεν θέλεις ν’ αποκατασταθής;». Και η Παρασκευή απαντούσε δείχνοντας φτωχούς και παιδιά ξυπόλυτα: «Υπάρχει περιουσία τόση ώστε να εξαρκέση εις τας ανάγκας και τας στερήσεις τόσων δυστυχών υπάρξεων;». Και γι’ αυτό το σκοπό αποφάσισε να απομακρυνθεί από τους γονείς της, αλλά και επειδή άναψε μέσα στην καρδιά της ο θείος πόθος και δεν μπορούσε να περιμένει.
Άφησε τους γονείς, τους δούλους της κι όλους τους συγγενείς και αναχώρησε από την πατρίδα της. Η Παρασκευή, αφού παραμέρισε όσα συγκροτούν τον φθειρόμενο άνθρωπο, έβαλε αρχή να οικοδομήσει τον εαυτό της κατά Χριστόν και να τον ανακαινίσει. Μετέβηκε στην Κωνσταντινούπολη. Προσκύνησε πολλούς ναούς και πολλών αγίων λείψανα και έλαβε τις ευχές και ευλογίες αγίων ανδρών και γυναικών, οι οποίοι βρίσκονταν εκεί. Κι αφού απόλαυσε όλα τα θεία καλά, τα οποία είχε τότε η Κωνσταντινούπολη, έφυγε και πήγε αντίκρυ στη Χαλκηδόνα. Εκεί ζήτησε να πλουτίσει τις ευσεβείς εντυπώσεις της και να βαθύνει το ζήλο της και την πίστη. Αλλά και από τη Χαλκηδόνα πάλι αναχώρησε και ήλθε στην Ηράκλεια του Πόντου. Έτσι περιδιάβαινε από τόπο σε τόπο για να βρει το νοητό της νυμφίο Χριστό, όπως η ασματική νύμφη. Δηλαδή, για να βρει αγίους και αγίες, να διδαχθεί την αρετή και τόπο κατάλληλο, για να λατρέψει και να ευχαριστήσει το Χριστό.
Η Παρασκευή, μόλις έφτασε στην Ηράκλεια, συνάντησε το ναό της Θεοτόκου και με πνευματική χαρά μπήκε μέσα σ’ αυτόν, έπεσε στο χώμα και τον κατέβρεξε με τα δάκρυά της. Προσευχόταν στην Παναγία, την οδηγό της σωτηρίας των ανθρώπων, να την οδηγήσει και να τη φωτίσει τι να κάνει. Στο ναό της Θεοτόκου έμεινε πέντε ολόκληρα χρόνια. Ασκήθηκε σε κάθε είδος αρετής, αγωνίσθηκε με προσευχές ολονυκτίες, με νηστείες, με κτυπήματα στο στήθος και με δάκρυα. Ο ύπνος της ήταν λίγος. Κοιμόταν στη γη χωρίς στρώμα. Πάνω απ’ όλα ήταν να θαυμάζει κανείς το ταπεινό της ήθος και τη μετριοφροσύνη μέσω των οποίων καθάρισε την καρδιά της από όλα τα κοσμικά και έχοντας μόνο προς το Θεό στραμμένους τους λογισμούς της και τα φρονήματά της και όλη την επιθυμία και την αγάπη της.
Η Παρασκευή ποθούσε να πάει στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους. Γι’ αυτό παρακαλούσε θερμά την Παναγία να την αξιώσει να τους επισκεφθεί. Η δέησή της εισακούστηκε. Αφού, λοιπόν, πρώτα ασκήθηκε στις αρετές στο ναό της Θεοτόκου – ο Θεός οικονόμησε -βρέθηκαν κάποιοι ευλαβείς χριστιανοί και την πήραν στη συνοδεία τους και έτσι πήγε στα Ιεροσόλυμα. Αφού απόλαυσε την αγιότητα των ιερών τόπων, τους οποίους περπάτησαν τα άγια πόδια του Κυρίου, πέταξε από εκεί σαν πουλί και πήγε στην έρημο του Ιορδάνη, βρήκε γυναικείο μοναστήρι και έμεινε σ’ αυτό. Εκεί, μόνο στο θεό μιλούσε: «Σε νυμφίε μου ποθώ και σε ζητούσα αθλώ», έλεγε. Δεόταν και ικέτευε το Χριστό να τη διαφυλάξει άτρωτη από την επήρεια του πονηρού. Το Χριστό είχε και πνοή και ζυγό και οδηγό και σωτήρα και ευεργέτη και νυμφίο. Σ’ αυτόν την παρθενική λαμπάδα των αρετών πρόσφερε. Πόσους πειρασμούς δεν της έφερε ο διάβολος και με πόσους αγώνες αυτή τον πολέμησε και τον νίκησε! Το ένδυμά της ήταν ένα και μόνο και αυτό παλιό και σχισμένο, στρώμα της μία ψάθα. Χωρίς τροφή, νερό και ύπνο περνούσε τις μέρες της εβδομάδας. Μια φορά Σάββατο και Κυριακή έτρωγε λίγο άρτο και έπινε λίγο νερό. Τα μάτια της ήταν πηγή το δακρύων το στόμα της φιάλη αρωματική. Από τα χείλη της έβγαιναν ακατάπαυστα ύμνοι με ευωδία πνευματική. Χαρά γι’ αυτήν η ώρα του θανάτου, του δίκαιου Χριστού η δευτέρα παρουσία, το αδέκαστο δικαστήριο. Έχαιρε για αυτά που προσδοκούσε, τα οποία ήταν αθεώρητα: «Ελπίς γαρ βλεπομένη ουκ εστίν ελπίς· ο γαρ βλέπει τις, τί και ελπίζει; ει δε ο ον βλέπομεν ελπίζομεν, δι’ υπομονής απεκδεχόμεθα». Τρεφόταν με τις αθάνατες τροφές και όχι με άρτους και φαγώσιμα φτιαγμένα με καρυκεύματα που φθείρονται. «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ εν παντί ρήματι Θεού», έλεγε. Απέβαλε τη γυναικεία ασθένεια και ντύθηκε με τη δύναμη του Θεού. Και όταν ο πονηρός ενοχλούσε τις ασθενικές ανίσχυρες φαντασίες μεταμορφούμενος πότε σαν φίδι, πότε σαν σκορπιός, πότε σαν λιοντάρι και αρκούδα και άλλα άγρια θηρία, η Παρασκευή έκανε το σημείο του Σταυρού και αυτός γινόταν άφαντος και, όπως τον ιστό της αράχνης, έτσι διέλυε αυτόν και τις πονηριές του. Και πάνω σε όλα τα καλά έλαμπε πάντοτε η αγάπη της για όλα τα δημιουργήματα του Θεού και η κορυφή των αρετών της ήταν η μετριοφροσύνη και η ταπείνωση.
Μια νύκτα, την ώρα που προσευχόταν, της φανερώθηκε κάποιος νέος, Λαμπρός στην όψη και με ήρεμη φωνή της είπε: «Ω καλλιπάρθενε, ο επί σωτηρίας των ανθρώπων και σταυρωθείς και θανών και αναστάς Θεός των αγγέλων και των ανθρώπων Κύριος Ιησούς Χρίστος, σε την σταυρωθείσαν τω κοσμώ και θανούσαν και αναστάσαν ταις των αρετών εργασίαις κελεύει σοι εξελθείν σε της έρημου ταύτης και προς την πατρώα σου επανελθείν, κακείσε τελειωθήναι και προς αυτόν αναλύσαι και συν αυτώ είναι» και μετά χάθηκε. Η Παρασκευή υπάκουσε στο θείο πρόσταγμα. Αφού πέρασε στην έρημο του Ιορδάνη πέντε χρόνια, έφυγε από εκεί σε ηλικία 25 χρονών, και πήγε στην Ιόππη. Από εκεί επιβιβάσθηκε σε πλοίο και επανήλθε στην πατρίδα της όπου και επιδόθηκε με περισσότερο ζήλο στην ανακούφιση των πτωχών και ασθενών. Λέγεται ότι σχημάτισε και ευσεβή ένωση «Φιλόπτωχο Αδελφότητα», της οποίας οι αδελφές περισυνέλεγαν ορφανά και απροστάτευτα παιδιά και τα φρόντιζαν με πολλή επιμέλεια και στοργή.
Οι γονείς της πέθαναν ευχαριστημένοι από τον ενάρετο και άγιο βίο της κόρης τους. Η Παρασκευή, αφού εργάσθηκε ψυχικά και σωματικά στην πατρίδα της, δεν κάθισε για πολύ. Ταξίδεψε και πάλι στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί προσκύνησε τον περιβόητο και περίλαμπρο ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, έπειτα πήγε σε μοναστήρια και ναούς όπου συναναστράφηκε και συνομίλησε με άγιους άνδρες και άγιες γυναίκες και επισκέφθηκε ευαγή ιδρύματα. Πρόσφερε πολλά θρησκευτικά αφιερώματα και μοίρασε την περιουσία των γονιών της τρέφοντας πεινασμένους, ποτίζοντας διψασμένους και ντύνοντας γυμνούς σύμφωνα με τη διδασκαλία του μεγάλου Διδασκάλου. Τελευταία πήγε στο ναό της Βλαχέρνας όπου υπήρχε η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας, γονατιστή με δάκρυα στα μάτια της έλεγε: «Έως κατώκουν την έρημον, σε έσχον, Κυρία, συνόμιλον· νυν δε εν τω κοσμώ ειμί· τίνα άλλον βοηθόν έξω εκτός σου, πανάμωμε Δέσποινα. Συ μοι γενού τη ταπεινή συνοδοιπόρος και κυβερνήτις και οδηγός».
Τελείωσε τα προσκυνήματα και επέστρεφε με το πλοίο στην πατρίδα της, καταπονημένη και εξασθενημένη σωματικά. Τότε ξανάλθε στο νου της η οπτασία του νέου με την ήρεμη φωνή να της λέει: «Σε την σταυρωθείσαν τω κοσμώ και θανούσαν και αναστάσαν ταις των αρετών εργασίαις κελεύει σοι εξελθείν σε της έρημου ταύτης και προς την πατρίδα σου επανελθείν, κακείσε τελειωθήναι και προς αυτόν αναλύσαι και συν αυτώ είναι» και μετά χάθηκε.
Η υγεία της στο πλοίο χειροτέρεψε όταν ενέσκηψε μεγάλη τρικυμία. Με κόπους και πολλούς κινδύνους αγωνίζονταν οι ναύτες να αράξουν το πλοίο σε ασφαλή τοποθεσία. Η Παρασκευή, αισθανόμενη τον κίνδυνο, φώναζε δυνατά «καλή κράτει» και μέχρι σήμερα, κατά την παράδοση, ο τόπος φέρει αυτό το όνομα. Ονομάσθηκε Καλλικράτεια.
Όταν το πλοίο προσάραξε στη ξηρά, έμεινε στην περιοχή και μόνασε στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Καλλικράτεια. Αγωνιζόμενη εκεί τους συνηθισμένους της αγώνες, πέρασε δύο έτη και όταν έφθασε στην τελειότητα της αρετής και σε μέτρον της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού, κοιμήθηκε και τελείωσε όσια το δρόμο της πρόσκαιρης αυτής ζωής. Έφυγε με ειρήνη για την αιώνια και κατεσκήνωσε στις ουράνιες σκηνές, όπου είναι η κατοικία όλων των ευφραινομένων.
Κατ’ άλλους όμως, μόλις κατέβηκε από το πλοίο, παρέδωσε την αγία ψυχή της στον Κύριο σε ηλικία μόλις 27 ετών, ικετεύοντας τον παντοδύναμο Θεό να τρέχει σε βοήθεια όλων όσων επικαλούνται το όνομά της.
Σήμερα το λείψανο της Οσίας βρίσκεται στο Ναό των Τριών Ιεραρχών, στο Ιάσιο της Ρουμανίας.
Απολυτίκιον της Οσίας. Ήχος α΄.
Της χαμαιζήλου τρυφής σοφώς την απόλαυσιν, υπεριδούσα προς Θεία ήρθης σκηνώματα,και των ιάσεων τοις πιστοίς πηγήν κατέλιπες,το ιερόν σου σκήνος Μήτερ πανεύφημε,Επιβατών το καύχημα το σεπτόν, και βεβαία Προστάτις Παρασκευή. Μη παύση θερμώς Χριστώ τω Θεώ, Υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσα.
(Αθαν. Δ. Κουμπαρούλης, «Οσία Παρασκευή η Νέα», εκδ. Αφών Κυριακίδη) -Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Να αναζητούμε ικετευτικά την παρουσία της μητρός Χάριτος στη ζωή μας. (Κυριακή του Σπορέως – Δ΄Λουκά) Αρχιμ. Εφραίμ Βατοπαιδινού, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου





13ΟΚΤ

Ακούσαμε σήμερα, στην ευαγγελική περικοπή, από το στόμα του Χριστού μας, την παραβολή του σπορέως. Σε αυτήν, ο Κύριός μας, αναφέρει τους τρεις χαρακτηριστικούς τύπους των ανθρώπων, όσων πιστεύουν σε Αυτόν βέβαια ή και όσων νομίζουν ότι πιστεύουν. Όπως ο ίδιος λέει και μετά ερμηνεύει, σε μια ομάδα ανθρώπων ο σπόρος πέφτει στην οδό και έρχονται τα πετεινά του ουρανού και τον αρπάζουν. Αυτή είναι η ομάδα των ανθρώπων, που ακούει τον λόγο του Θεού, αλλά παραμένει υποχείρια στα θελήματα του παλαιού ανθρώπου, δεν αξιοποιεί την ευκαιρία που δίνει ο αγαθός Θεός. Αυτοί είναι εκείνοι οι οποίοι δεν εκτιμούν την Χάρη, που σπείρει μέσα στην ψυχή τους μέσω των λόγων του Ευαγγελίου, και εξαιτίας της απροσεξίας τους, της αμέλειάς τους, της αδιαφορίας τους, ο αιώνιος εχθρός του ανθρώπου, ο διάβολος, που παρομοιάζεται από τον Χριστό με τα πετεινά του ουρανού, σκοτίζει τον νου, αφαιρεί τον αγαθό σπόρο. Ο διάβολος δεν είναι όπως είπε κάποιος, η προσωποποίηση του κακού. Αυτό είναι πλάνη. Ο διάβολος είναι συγκεκριμένη πνευματική οντότητα και εμείς οι μοναχοί σίγουρα έχουμε σχετική εμπειρία της παρουσίας του. Όπως οι άγγελοι είναι αγαθά πνεύματα «εις διακονίαν αποστελλόμενα» (Εβρ. 1 ,14), έτσι είναι και οι δαίμονες πονηρά πνεύματα, τα οποία εργάζονται και ενοχλούν τον άνθρωπο, που προσπαθεί να ζήσει ως σωστός Χριστιανός και να θεραπεύ­σει την πνευματική του υπόσταση. Βέβαια η δύναμή τους είναι ένα τίποτα μπροστά στην θεία Χάρη, αλλά όμως, για τον απρόσεκτο άνθρωπο, είναι μεγάλος κίνδυνος. Η άλλη ομάδα των ανθρώπων είναι εκείνη που χαρακτηρίζεται ως νηπιώδης, η οποία στερείται «ικμάδος», δηλαδή υγρασίας. Προς στιγμήν βλαστάνει ο σπόρος, αλλά όμως η μέριμνα και οι βιοτικές, οι περί τα μάταια ενασχολήσεις, εμποδίζουν τον άνθρωπο να αναπτυχθεί πνευματικά. Πραγματικά, αδελφοί μου, όταν ζούμε σε αυτήν την ζωή με αμέλεια και ακόρεστη φιληδονία, ο εχθρός μας δημιουργεί μια ψευδαίσθηση· μια ψευδαίσθηση που έχει σχέση με την της επί γης αθανασία μας. Και δημιουργείται μέσα μας ο έμμονος λογισμός ότι θα μείνουμε εδώ για αιώνες. Και εργαζόμαστε χωρίς σταμάτημα, και πλατύνουμε τις επιχειρήσεις μας, ώστε να μη μας λείψει τίποτα, και συνεχώς ζούμε «μεριμνώντες και τυρβάζοντες περί πολλά» (βλ. Λουκ. 10,41). Λησμονούμε όμως ότι «ενός έστι χρεία» (βλ, Λουκ. 10,42) και έτσι δεν μπορούμε να έχουμε την πραγματική αίσθηση της θείας Χάριτος, αφού οτιδήποτε υπήρχε στην καρδιά και τον νου μας, από όσα ανήκουν στον Χριστό, οι βιοτικές μέριμνες δεν το άφησαν να καρποφορήσει· το έπνιξαν. Αν όμως επικρατήσει μια τέτοια ψυχική κατάσταση, πρέπει να ξέρετε, ότι θα χρειαστεί να καταβληθούν από τον άνθρωπο προσπάθειες πολλές και κόποι αμέτρητοι, κυρίως σε εμάς τους μοναχούς αναφέρομαι, αν αμελήσουμε στον αγώνα μας, για να γνωρίσει πνευματικό αντίκρυσμα.
Βέβαια, ένας οικογενειάρχης άνθρωπος δεν απαγορεύεται να φροντίζει τα του οίκου του, αλλά όμως, δεν επιτρέπεται να καταδαπανά τις δυνάμεις και την ενέργεια του νου στις μέριμνες για τα παρόντα. Αλλά να ζει, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες, «υπό τους όρους της χρείας» και όχι της σπατάλης και της επιθυμίας.
Την τρίτη μερίδα, συνεχίζοντας ο Χριστός, την παρομοιάζει με την γη την καλή, την αγαθή και είναι αυτοί που δέχθηκαν με ευγνωμοσύνη και φόβο Θεού τον λόγο της αληθείας. Δέχθη­καν τον σπόρο της αποκαλύψεως και καρποφόρησαν «εν υπομονή» καρπό εκατονταπλασίονα.
Συμβαίνει πολλές φορές ο αγωνιστής να αδημονεί, πότε θα δει την επιβράβευση των μικρών κόπων του, την θεία Χάρη, τον αγιασμό. Είναι καλό, αλλά και επιβάλλεται βέβαια να αναζητούμε ικετευτικά την παρουσία της μητρός Χάριτος στην ζωή μας, η οποία και θα μας οδηγήσει στην τελειότητα. Όμως για να έλθει η υπερφυσική αυτή θεία ενέργεια μέσα μας, πρέπει να συντρέξουν κάποιες προϋποθέσεις. Πρέπει να δημιουργήσουμε την πρόσφορη, την εύφορη γη, ώστε να μπορέσει να βλαστήσει το αγαθό σπέρμα και συν τω χρόνω να καρποφορήσει. Πρέπει να γνωρίζουμε, ότι σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες, ένα μόνο πράγμα είναι αδύνατον για την παντοδύναμο Χάρη του Θεού, και αυτό είναι το να σκηνώσει στον άνθρωπο που δουλεύει ακόμα στην αμαρτία, σε αυτόν δηλαδή που δεν κατάφερε να υποτάξει τις αμαρτωλές σωματικές πράξεις και τις διανοητικές εμπαθείς κινήσεις. Ας μη φανεί αυτό ακατόρθωτο ή έστω δύσκολο. Πόσοι και πόσοι βάδισαν αυτήν την οδό και κατέστρε­ψαν όλα τα «μηχανήματα των εχθρών»; Πώς το πέ­τυχαν αυτό; Απλώς αγάπησαν πραγματικά τον Θεό. Και η μόνη τους έγνοια, το μόνο τους μέλημα, δεν ήταν άλλο, παρά το να εζητούν πάντοτε, με κάθε τρόπο και με υπομονή, την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εξαιτίας ακριβώς αυτής τους της καλής προαιρέσεως, ο Κύριος τους «διήνοιξε τον νουν» (Λουκ. 24,45)  κατάλαβαν ότι πρώτα απ’ όλα πρέπει να ζητάνε την βασιλεία και την δικαιοσύνη Του και «πάντα ταύτα προστεθήσονται αυτοίς» (Ματθ.6,33)·
Εύχομαι η θαυμαστή ενέργεια της Χάριτος, που παραμένει μόνιμα στην Εκκλησία μας από την ημέρα της Πεντηκοστής, να μας φωτίσει, ώστε να καθαριστεί η καρδία μας και να φέρουμε σε πέρας τον σκοπό της παρούσας ζωής μας. Γιατί αδελφοί μου, «τί ωφελείται άνθρωπος, εάν τον κόσμον όλον κερδίση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή» (Ματθ. ι6,26), όπως και ο ίδιος, ο Κύριός μας, λέει; Ο άνθρωπος είναι κατεξοχήν πνευματικό ον, εικόνα του Θεού και δημιουργού Του και εξαρτώμενο από αυτόν. Από αυτόν δέχεται και «το ζην και το ευ ζην» και κατά φυσικό τρόπο, μόνο κοντά σε Αυτόν βρίσκει ανάπαυση και χαρά. Άρα δεν πετυχαίνει ο άνθρωπος, αν αναβαθμιστεί επαγγελματικά ή οικονομικά, αλλά ολοκληρώνει την προσωπικότητά του, εάν γίνει σκεύος της Χάριτος και δοχείο του Αγίου Πνεύματος.

(Αρχιμ. Εφραίμ Βατοπαιδινού, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, «Αθωνική Παρουσία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 20, σ. 246-256, αποσπάσματα.)

Κυριακή Δ’ Λουκά – Λόγος στο ευαγγέλιο που λέγει «βγήκε ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του» (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)


……………………AΠΟΣΠΑΣΜΑ…………………………………………………………….
Βγήκε ο Κύριος να σπείρει τον σπόρο του. Πού; Στις καρδιές των ανθρώπων γιατί αυτές είναι τα χωράφια που δέχονται τα πνευματικά σπέρματα. Από αυτές άλλες μοιάζουν με δρόμο, καταπατημένες κατά κάποιο τρόπο και καταπιεσμένες από τους πονηρούς λογισμούς και τα πάθη και από τους επόπτες αυτών, τους πονηρότατους δαίμονες, άλλες μοιάζουν με πετρώδη γη, όσες από μικροψυχία και πώρωση δεν μπορούν να συγκρατήσουν μέχρι το τέλος τα σπέρματα της διδασκαλίας και να καρποφορήσουν με αυτά καρπούς προς αιώνια ζωή, και άλλες μοιάζουν με γεμάτο από αγκάθια έδαφος, επειδή το ενδιαφέρον τους συγκεντρώνεται στα κτήματα και τον πλούτο και τις πρόσκαιρες απολαύσεις και στα προερχόμενα από αυτές.
Καθώς λοιπόν παρατηρούνται πολλές διαφορές στις καρδιές τών ανθρώπων, «βγήκε» λέγει, «ο σπορέας να σπείρει τον σπόρο του· και καθώς έσπερνε, άλλος έπεσε στο δρόμο και καταπατήθηκε και το κατέφαγαν τα πετούμενα του ουρανού».
Ένα μέρος λοιπόν, λέγει, ότι έπεσε στο δρόμο, δηλαδή σε καρδιές που ή ήταν έξω από την κύρια και ευθεία οδό, γι’ αυτό και καταπατήθηκε από τους πονηρούς δαίμονες που περπατούν στον κακότοπο, ή ήταν στην πονηρή οδό αυτών, γι’ αυτό και τα πετεινά τού ουρανού, δηλαδή τα εναέρια πονηρά πνεύματα, τον κατέφαγαν και τον αφάνισαν, και έτσι οι άνθρωποι εκείνοι είναι σαν να μη άκουσαν καθόλου τον λόγο τού Θεού· γιατί λέγει, «εκείνοι που έπεσαν δίπλα στο δρόμο είναι οι άνθρωποι που άκουσαν, έπειτα έρχεται ο διάβολος και αφαιρεί από τις καρδιές τους τον λόγο, για να μη σωθούν πιστεύοντας».
«Και άλλο μέρος», λέγει, «έπεσε στην πέτρα», ενώ ο Ματθαίος λέγει, «στα πετρώδη μέρη», δηλαδή σε πωρωμένη και σκληρή καρδιά, μέσα στην οποία δεν μπορεί να εισχωρήσει ο λόγος, ώστε να την κυριεύσει με δύναμη και να ριζωθεί κατά κάποιο τρόπο μέσα σ’ αυτήν. Γι’ αυτό και λέγει, «αφού φύτρωσε, ξηράθηκε, γιατί δεν είχε ικμάδα»· δηλαδή, αφού έμεινε λίγο και φάνηκε να προοδεύει κάπως, έπειτα εξαφανίσθη­κε, καθώς προέκυψαν κάποιοι πειρασμοί, χωρίς να μπορέσει να φέρει τέλειο καρπό εξ’ αιτίας τής αδυναμίας της προαίρεσης· γιατί λέγει, «εκείνοι που έπεσαν πάνω στην πέτρα είναι εκείνοι που όταν ακούσουν τον λόγο τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα, αλλά πιστεύουν προσωρινά, και σε καιρό πειρασμού απομακρύνονται».
«Και άλλο μέρος έπεσε ανάμεσα στα αγκάθια», δηλαδή σε καρδιές που είναι τελείως προσκολλημένες στα σωματικά και πρόσκαιρα και βιοτικά και βυθισμένες στις φροντίδες γι’ αυτά και στις ηδονές από αυτά. Γι’ αυτό και αφού βλάστησαν τα τέτοια αγκάθια μαζί με τον σπόρο, τον κατέπνιξαν και τον αφάνισαν. Γιατί λέγει, «αυτό που έπεσε στα αγκάθια είναι εκείνοι που άκουσαν τον λόγο, αλλά πορευόμενοι μέσω των φροντίδων και του πλούτου και των ηδονών τού βίου πνίγονται μαζί μ’ αυτά και δεν φέρουν καρπό».
Αφού ο Κύριος απομάκρυνε έτσι και αποδοκίμασε και εκείνους που δεν πρόσεξαν στη διδασκαλία τού θείου Πνεύματος, και που αυτοί είναι όσοι έπεσαν δίπλα στο δρόμο, και εκείνους που πρόσεξαν βέβαια, αλλά για λίγο, και που είναι αυτοί που μοιάζουν με πετρώδη γη, και εκείνους που τη δέχθηκαν οπωσδήποτε και την κρατούν με γνώση, αλλ’ έχουν διαφθαρεί από τον πλούτο και τη δόξα και την απόλαυση (γιατί αυτοί είναι οι ακανθώδεις), έπειτα με την παραβολή εισάγει και παρουσιάζει ποιοι είναι οι ευδόκιμοι, λέγοντας, «το άλλο μέρος έπεσε στο εύφορο το έδαφος», δηλαδή σε ψυχή που έχει καλή και αγαθή προαίρεση, η οποία και δέχεται με προθυμία και κρατεί μέσα της τον λόγο τής διδασκαλίας, μη επιτρέποντας στους εχθρούς τής σωτηρίας της να δημιουργήσουν μέσα από αυτήν είσοδο, και τον φυλάσσει υπομονετικά, μένοντας με σταθερότητα στα όσα άκουσε, με το να υποφέρει, με γενναιότητα τους πειρασμούς και τελεσφορεί, απορρίπτοντας τον χρηματιστικό και απολαυστικό και ρευστό βίο, και φέρει καρπό, όπως λέγει ο θείος Μάρκος, «που ανεβαίνει και αυξάνει σε τριάντα και εξήντα και εκατό φορές περισσότερο».
Θα μπορούσε όμως κάποιος να ονομάσει αυτά δουλεία, μισθοφορία, υιότητα. Πραγματικά αυτός που πλησιάζει τον Θεό αληθινά, πρώτα βέβαια ως υπεύθυνος είναι δούλος εξ αιτίας τής πρώτης ανυποταξίας και ανυπακοής, έπειτα, αφού δουλεύσει, επιθυμεί και μισθό, και αφού προκόψει στην αγάπη, είναι σαν υιός πλέον, που έχει φθάσει στην κατοχή τής αρετής και υπακούει κατά τρόπο φυσικό και αβίαστο στον ουράνιο Πατέρα. Ας προσπαθήσομε, αδελφοί, ή τη θεία υιοθεσία να κερδίσομε με την αγάπη προς τον Θεό, την απομάκρυνση από όλα τα γήινα, και τη διαρκή προσευχή και ψαλμωδία και απερίσπαστη προσήλωση σ’ αυτά, ή να συνταχθούμε με τους μισθωτούς, κατορθώνοντας την σε όλα εγκράτεια κατά τον αγώνα, ή να συναριθμηθούμε με τους δούλους πενθώντας τις προηγούμενες αμαρτίες μας· όποιος είναι έξω και από τα τρία αυτά, είναι έξω από τον χορό των σωζομένων.
….Ας ακούσομε λοιπόν, αδελφοί, και εμείς με σύνεση, παρακαλώ, προ πάντων το ότι δεν είπε ο Κύριος, ότι βγήκε να οργώσει τα λογικά χωράφια, ούτε να κατακόψει δυο και τρεις φορές και να ξερριζώσει τις ρίζες τών άγριων βοτανών και να καταθρυμματίσει τους βώλους, δηλαδή να προκαλλιεργήσει τις καρδιές και τις διά­νοιές μας, αλλά βγήκε απευθείας να σπείρει. Γιατί; Επειδή η πριν από τη σπορά καλλιέργεια αυτή της ψυχής πρέπει να γίνεται από μας. Γι’ αυτό και ο πρόδρομος του ευαγγελίου τής χάριτος από πριν προέτρεπε με μεγάλη φωνή, λέγοντας, «ετοιμάσατε την οδό τού Κυρίου, κάμετε ευθείς τους δρόμους του», και «μετανοείτε, γιατί πλησίασε η βασιλεία τών ουρανών».
Ετοιμασία βέβαια και αρχή μετάνοιας είναι η αυτομεμψία, η εξομολόγηση, η αποχή από τα κακά. Αλλά και επί πλέον απειλεί εκείνους που δεν είναι έτσι προετοιμασμένοι, ώστε να φέρουν καρπούς άξιους της μετάνοιας· γιατί λέγει· «κάθε δένδρο που δεν κάμνει καλό καρπό κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά». Εκκοπή ασφαλώς είναι η απόφαση του Θεού εναντίον εκείνων που αμαρτάνουν αμετανόητα, σύμφωνα με την οποία, αφού αποσπασθούν και από την παρούσα και από τη μέλλουσα ζωή, παραπέμπονται, αλλοίμονο, στην άσβεστη γέεννα του πυρός.
Ας μετανοήσομε λοιπόν, αδελφοί, και ας δείξομε καρπούς άξι­ους της μετάνοιας· ας απομακρυνθούμε καθένας από τις κακίες του· ας μάθομε να λέμε και να πράττομε καλά· ας καταστήσομε τους εαυτούς μας πρόθυμους για την υποδοχή τού ουράνιου σπέρματος, του λόγου τής ζωής· ας σταματήσομε τη γλώσσα μας από τα κακά (ποιά είναι αυτά; η ματαιολογία, η κατηγορία, η καταλα­λιά), και τα χείλη μας, ώστε να μη εκστομίζουν όρκους και ψεύδη και φλυαρίες. Προφανώς αυτά είναι τα από την παραβολή λεγόμενα πονηρά πετεινά τού ουρανού, τα οποία κατατρώγουν και αφανίζουν το καλό σπέρμα. Γιατί κάθε λόγος είναι κατά κάποιο τρόπο εναέριο πτηνό· γι’ αυτό και κάποιοι ονόμασαν τους λόγους πτερόεντες. Ο πονηρός όμως λόγος, βγαίνοντας από τον πονηρό θησαυρό τής καρδιάς, σαν από φωλιά, μέσω του στόματος, αφαιρεί τον αγιασμό τής ψυχής· γι’ αυτό και ο Κύριος λέγει αλλού, ότι «αυτά που βγαίνουν από το στόμα είναι εκείνα που μολύνουν τον άνθρωπο». Να μη βγαίνει λοιπόν λόγος σάπιος από το στόμα σας αλλ’ εκείνος που είναι ικανός να προσφέρει εποικοδόμηση σ’ όσους τον ακούνε.
Κανένας λοιπόν από σας να μη είναι τόσο προσηλωμένος στα βιωτικά, ώστε ν’ απολιθωθεί κατά κάποιο τρόπο από αυτά, και να μη μπορεί ν’ ανοίγει τα αυτιά και την καρδιά στη δροσιά τών λόγων τής διδασκαλίας τού Πνεύματος. Γιατί δηλαδή το χώμα τής γης, όταν δέχεται τη βροχή, φουσκώνει και μαλακώνει και λιπαίνεται, ενώ το κεραμίδι μένει σκληρό και ξηρό και αδιάλυτο; όχι γιατί η γη θερμαίνεται με τις ακτινοβολίες τού ηλίου, αλλά δεν  κατακαίεται, γι’ αυτό και έχει ανοιχτούς τους πόρους προς υποδοχή τής βροχής, ενώ το κεραμίδι κατακαιόμενο από τη βίαια επαφή με τη φωτιά έχει τους πόρους στο βάθος δυνατά σφραγισμένους και κλειστούς, ώστε να μη μπορούν να δέχονται τη βροχή, έστω και αν είναι πάρα πολύ λεπτή; Έτσι και αυτός που κατέχεται από τα σωματικά και τα γήινα και τα βιωτικά σκληρύνεται υπερβολικά και για πάντα στην καρδιά και έχοντας νεκρωμένη τη διάνοια πριν επιστρέψει στη γη δεν συναισθάνεται την από τον Θεό διδασκαλία· αυτός όμως που χρησιμοποιεί τον κόσμο αυτό και σύμφωνα με την παραίνεση του αποστόλου δεν κάνει κατάχρηση αυτού, θα είναι έτοιμος να ζητεί και ν’ ακούει με σύνεση και να ενεργεί με ζήλο και προθυμία και τα ουράνια· και όχι μόνο ν’ ακούει έτσι, αλλά και να κρατά μέσα του τη διδασκαλία και να την μετατρέπει σε έργο, για να μακαρισθεί από τον Κύριο εξομοιούμενος με τον πιστό και φρόνιμο δούλο· γιατί λέγει· «αυτός που ακούει τους λόγους μου και τους εφαρμόζει, αυτόν θα τον θεωρήσω όμοιο με φρόνιμο άνδρα».
Αυτός που παραδίδεται αποχαυνωμένος στη γαστριμαργία και το υπερβολικό ποτό και τις απολαύσεις και τη μέθη να μη το κάνει αυτό στο εξής, αλλιώς μάταια θα δεχθεί το ουράνιο σπέρμα, τον λόγο τής διδασκαλίας. Γιατί δεν θα μπορέσει να φανεί καρποφόρα γη για τον Θεό. Όλοι εσείς γνωρίζετε ότι, όταν το υγρό υπερχειλίζει στα σπαρμένα χωράφια, αυτά δεν μπορούν να φέρουν καρπό· πώς λοιπόν θα μπορέσει να παρουσιάσει ουράνιο καρπό μια καρδιά που είναι καταμουσκεμένη με απολαύσεις και κρασοπότια; Αυτός που περιέπεσε σε κάποια ακαθαρσία πορνείας ας επιστρέψει και ας απομακρυνθεί απ’ αυτήν και ας καθαρίσει τον εαυτό του με τη μετάνοια. «Μήπως δηλαδή αυτός που πέφτει δεν σηκώνεται, ή αυτός που απομακρύνεται δεν επιστρέφει;». Γιατί αν κυλιέται σ’ αυτόν τον βόρβορο, πώς δεχόμενος το θείο μύρο θα το κρατήσει μέσα του αβλαβές, το πολύτιμο μαργαριτάρι, εννοώ τον σωτήριο λόγο; Το μαργαριτάρι δεν φοριέται σε χοίρο, και το μύρο από τους συνετούς δεν ανακατεύεται με τον βόρβορο· γιατί είτε κάποιος χύσει αυτό και το αναμίξει με την κοπριά, είτε το βάλει σε ακάθαρτο σκεύος, όμοια αχρειώνει και καταστρέφει το μύρο, αν και βέβαια το θείο μύρο είναι απαθές· αλλ’ αυτό που θα πάθαινε, αν ήταν παθητό, αχρειωνόμενο, αυτό οπωσδήποτε θα πάθει αυτός που το τοποθέτησε σε τέτοιο σκεύος και δεν απομακρύνεται από την αμαρτία. Ο πλεονέκτης να σταματήσει στο εξής την πλεονεξία του, αλλά και να δίνει από όσα έχει σε εκείνους που δεν έχουν. Γιατί, αν δεν το κάνει αυτό, δεν θα διαφύγει τη θεία οργή, και αν δεν διαφύγει τη θεία οργή, πώς θα υποδεχθεί το θείο σπέρμα; Γιατί προς εκείνους που ερώτησαν, πώς θα αποφύγομε τη θεία οργή, ο Ιωάννης, ο Πρόδρομος του Κυρίου, έλεγε· «όποιος έχει δύο χιτώνες να προσφέρει τον ένα σε εκείνον που δεν έχει, και όποιος έχει τρόφιμα να κάνει το ίδιο».
Και γενικά ο καθένας σας τ’ αγκάθια και τα τριβόλια της αμαρτίας που έθρεψε μέσα του με την εμπαθή και φιλήδονη ζωή να τα ξερριζώσει με τη μετάνοια. Γιατί έτσι θα καλλιεργήσει τον εαυτό του και θα ετοιμασθεί για την υποδοχή τού σωτήριου σπέρματος και, αφού το λάβει, θα τελεσφορήσει και θα καρποφορήσει την αιώνια ζωή, για την οποία ζωή όχι μόνο τις ορέξεις τού σώματος αλλά, αν χρειασθεί, και την ίδια τη ζωή μας να προσφέρομε, γιατί έτσι θ’ ακολουθήσομε τα δεσποτικά ίχνη και θα γίνομε μέτοχοι τής με τη χάρη του Χριστού δόξας και βασιλείας, ζώντας μαζί μ’ αυτόν και δοξαζόμενοι μαζί του αιώνια.
Και μάρτυράς μας αδιάψευστος είναι ο κορυφαίος των μαρτύρων, ο θαυματουργός και μυροβλύτης Δημήτριος, στου οποίου την εικόνα γονατίζουν και παρίστανται χαρούμενοι βασιλείς και ιερείς, επειδή ακολούθησε τα δεσποτικά ίχνη με τον βίο και τον λόγο και τα πάθη, τού οποίου ευπρόσδεκτος πανηγυριστής και κοινωνός τής προκηρυσσόμενης ήδη τελετής θα είναι όχι γενικά οποιοσδήποτε, αλλ’ όποιος έχει προετοιμασθεί με τη μετάνοια. Γιατί, αυτός που απομακρύνθηκε από κάθε υλική προσπάθεια και, σύμφωνα με τον Παύλο, απέδειξε τον εαυτό του ολόκληρον ευωδία σε τέτοιο βαθμό, ώστε μετά την άθληση ν’ αναδείξει και τη σορό του πηγή ευωδέστατων μύρων, πώς θα δεχθεί να χορεύει γύρω του και να αναπέμπει ύμνους αυτόν που αναδίδει εμπαθή ύλη και εκπέμπει σαπίλα από αθεράπευτους μώλωπες αμαρτημάτων; Γιατί, σύμφωνα μ’ αυτό που έχει γραφεί, «δεν είναι ωραίος ο ύμνος των μαρτύρων σε στόματα αμαρτωλών». Ώστε λοιπόν, προεορτάζοντας, ας προκαθαρίσομε επίσης τους εαυτούς μας για την επερχόμενη κύρια ημέρα τής πανηγύρεως του μεγαλομάρτυ­ρα, ώστε, αφού ευφρανθούμε πνευματικά με την ανάμνηση των άθλων του για τον Χριστό και τον πριν από τους άθλους κατά Χριστόν βίο του και ευφρανθούμε μαζί μ’ αυτόν, να λάβομε αυτό αρραβώνα τής ελπιζόμενης από μας συμβίωσης μαζί με τους αιώνια ευφραινόμενους στους ουρανούς.
Αυτή τη συμβίωση είθε να επιτύχομε όλοι μας με τις πρεσβείες τού πολιούχου τής πόλης μας και Χριστομάρτυρα προς δόξα τού Πατέρα και τού Υιού και τού αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.
(Πηγή: Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 11, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς») Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Ο ΣΤΑΥΡΑΕΤΟΣ ΤΟΥ ΑΘΩ


πηγή




Ο ΣΤΑΥΡΑΕΤΟΣ ΤΟΥ ΑΘΩ

ΓΈΡΩΝ ΕΦΡΑΊΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΏΤΗΣ


Ποιός είπε πως στις μέρες μας, εις έτη αποστασίας,
δεν εμφανίζοντ'  όσιοι, τέκνα της Παναγίας;
Ποιός θ' αρνηθεί; προσφάτως δα, εντός Κατουνακίων,
ασκητικώς σμιλεύτηκε υπακοής μνημείον!

Πεφυτευμένον βλάστησε παρά Κυρίου δένδρον,
ως λέγει Προφητάνακτας δι' όσους υπομένουν.
Ο βίος  όσους μελετούν του, “Νέου Ακακίου”,
ανδρώνει εις μετάνοιαν κι' υπακοήν Κυρίου.

Ανοίχτηκες μακάριε στην θείαν ησυχίαν,
εσπέραν, νύκτα και πρωί και πάσαν μεσημβρίαν.
Να ξερριζώσεις των παθών τα αιχμηρά τ' αγκάθια,
και να βαδίσεις ακλινώς Ορθοδοξίας στράταν.

Στήθος με στήθος πάλεψες, εγνώρισες την “βίαν”,
αμπλακημάτων” των παθών και πάσαν πανουργίαν.
Και σου 'χαρίσθη αγωνιστά, τέκνον της Θεοτόκου,
να ζεις μες στην κατάνυξιν, την δόξαν του Δεσπότου!

Χαρίσματα του Πνεύματος εδέχθη η ύπαρξίς σου,
χαράν, διόρασιν, ευχήν και άκραν διάκρισίν σου.
Μα πιότερο, ποιός θ' αρνηθεί; Στο κέντρο της καρδίας,
κόχλαζε έρως Ιησού, και σκόρπιζε ευωδίαν...

Οι θείες Λειτουργίες σου, η “Ωδή του Ηγαπημένου”!
Εχάριζαν στους ασκητάς την χάριν που προσμένουν.
Ευθύς όσοι “σκαρφάλωναν” στην κέλλαν την αγίαν,
αισθάνονταν πως βίωνες “μέσην” ζωήν κι' οσίαν.

Ηρνήθης ζήλον άκριτον. Στα βέλη “δολομώτου”,
σε κάλυπτ' ιερά ευχή, Ιωσήφ του Σπηλαιώτου!
Το κρυσταλλένιο βλέμμα σου, η φωτεινή μορφή σου,
αποκαλύπτουν στους πιστούς αετόν του Παραδείσου!

Εν' όσω έζησες σκληρώς με Γέροντας Πατέρας...
τόσο και ευλογήθηκες στους κόπους της “ημέρας”.
Λιτάνευσες καρτερικώς Σταυρόν υπακοής σου,
αλήθεια, λέξον Γέροντα, πώς βάσταξε η ψυχή σου;

Όντως, κατόρθωσες λεπτώς, εν θλίψει, εν θυσία,
κι' απέδειξας τ' Ορθοδοξείν, εστί σχοινοβασία.
Ταείρροά σου δάκρυα, οι πόνοι, οι στεναγμοί σου,
φανέρωναν στους αθλητάς την απλανή ευχήν σου.

Κι' ήλθεν η ώρα κι ο καιρός, ω θεία ευδοκία!
για να γευθούν οι “νεοσσοί” καρπόν θεογνωσίας.
Ανέβλυσε στα τέκνα σου εκ της “βαθειάς καρδίας”,
η “δουλεμένη” σου ευχή και κάθε ευλογία.

Εδρόσιζεν η χάρις σου, φυγάδευε την λύπην,
οι νέοι επρωτοστάτησαν και σ' έκαμαν “αλείπτην”.
Εβίωναν οι αδελφοί “παροξυσμόν αγάπης”,
ποσώς δεν υπολόγιζαν μόχθους και αναβάσεις.

Σκλάβους εισέτι αδελφούς, και τέκνα εν Ηπείρω,
διηνεκώς μνημόνευες εν θυσιαστηρίω.
Ανέκφραστος συγκίνησις δονούσε την  ψυχήν σου,
Σεβαστιανός Επίσκοπος ως ήλθεν στο κελλί σου.

Με ροζιασμένας χείρας σου, ψηλά εις ικεσίαν,
ευχήθη η καρδία σου να πνεύσει ελευθερία.
Σ' αρχαίαν γην Ελληνικήν, σ' Ορθόδοξον Πατρίδα,
το αίμα του Πατροκοσμά, ν' ανθίσει την Ελπίδα!

Κι' απέδειξας τοις πράγμασι, όντας εις ησυχίαν,
αξίαν όντως ιεράν και την φιλοπατρίαν.
Μετά δακρύων θεωρών, με λείψανα ηρώων,
κατάσπαρτον του Πύρρου  γην στο διάβα των αιώνων.

Στα ώριμα τα έτη σου, εν μέσω σων τεκνίων,
έλαβες Γέροντα δεινόν σταυρόν εις το σαρκίον.
Έμεινες πλέον έγκλειστος εν ιερώ κελλίω,
κι ήστραψας άπεφθος χρυσός ως εν χωνευτηρίω.

Αλήθεια, πόσοι Γέροντες, πόσοι της ησυχίας,
στα τέλη ηξιώθησαν τοιαύτης διακονίας;
Κι' απέδειξαν οι γνήσιοι υιοί σου, στην καρδίαν,
πως συνδυάζουν άριστα πράξιν και θεωρίαν.

Και τώρα, μέγα Όσιε, εγχάραγμα Κυρίου,
προστάτα εγκλείστρας ιεράς, Οσίου Εφραίμ του Σύρου.
Πρόσλαβε τους προσκυνητάς, κατάπεμψον Ευχήν σου,
γιατ' είν' ο δρόμος μας τραχύς... το βλέπει δα η ψυχή σου.

Γέρων Εφραίμ Ησυχαστά, συνόμιλε Οσίων,
μνημόνευε των μοναστών κι' ημών των αναξίων.
Να μελετήσουμ' εμβριθώς, υπακοής τον βίον,
και ταπεινώς ν' οδεύσουμε εις την οδόν Οσίων.

Αμήν.
                                                  
                                                                             π.Ιωήλ. (Κόνιτσα).